ΒΙΒΛΙΟ

Πλέκοντας και ξηλώνοντας λέξεις

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΕΛΕΝΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Κύριος Πηνελόπη
εκδ. Κίχλη, σελ. 168

​​​​Αφησα τη θέση μου με την απροθυμία που αφήνει κανείς την ποίηση για την πεζογραφία, σαν ναυαγός που εγκαταλείπει τη σανίδα του κι ακολουθεί το Λεοπόλδο Μπλουμ μήπως και μάθει στις λέξεις του να επιπλέουν». Αυτή η φράση, αποσπασμένη από το αρθρωτό αφήγημα «Κύριος Πηνελόπη» της Ελένης Γιαννάτου θα μπορούσε να λειτουργήσει κάλλιστα ως υπαινικτική κριτική οδηγία και συνάμα αυτοβιογραφική ομολογία μιας συγγραφέως που προσέρχεται στην πεζογραφία φέροντας ατόφια τη σκευή της ποίησης, έως πνιγμού εμβαπτισμένη σε έναν τρικυμιώδη λεκτικό χείμαρρο.

Πίσω από αυτήν τη στίλβουσα επιφάνεια, όπου συνωθούνται, αλληλοεπικαλύπτονται ή αλληλοαναιρούνται δεκάδες λογοτεχνικές, κινηματογραφικές, μουσικές, φωτογραφικές και εικαστικές αναφορές, ο αναγνώστης δεν διακρίνει μόνο μια γραφίδα σε ευφορικό παροξυσμό αλλά και μια διάνοια που αγωνιά απέναντι σε θεμελιώδη ερωτήματα της τέχνης – ποία τα μέσα της, ο ορισμός της, η πρόσληψή της. Αντιστεκόμενο σε κάθε απόπειρα ταξινόμησης, το σύντομο πεζό της εξετάζει κριτικά τις πρακτικές της επιλογής, της ανθολόγησης, της αρχειοθέτησης, της έκθεσης, της σύνθεσης, του δανεισμού ή και της κρυπτομνησίας στη λογοτεχνία αλλά και στην τέχνη εν γένει, τους μηχανισμούς που εμπλέκονται στην παραγωγή νοήματος, την αποκρυπτογράφησή τους ή μη από την αναγνωστική συνείδηση. Το ίδιο το κείμενο προσφέρεται στον αναγνώστη σαν ένα κουίζ, σαν μια πρόκληση σε γνωστική αναμέτρηση. Διακρίνει κανείς τα πρότυπα, τις εμμονές, τις επιρροές. Μέσα από το πλήθος των εικαστικών αναφορών της, π.χ. –από τον Μπος και τον Καραβάτζο ώς την Πάουλα Ρέγκου και τον Φράνσις Μπέικον– ακούγεται υπόκωφος ο ψίθυρος του Βέλγου ποιητή, σκηνοθέτη και εικαστικού Μαρσέλ Μπρόταρς, ενός καλλιτέχνη που δεν αποκάλυψε μόνο την ύπαρξη αντικειμένων που ξεπερνούν την ικανότητά μας να τα κατανοήσουμε μέσω της γλώσσας, αλλά και το πόσο συναρπαστική μπορεί να είναι η διαφωνία, η dissonance όπως θα λέγαμε στη μουσική, εικόνων, λέξεων και εννοιών.

Το βιβλίο της Γιαννάτου, βεβαίως, δεν κρίνεται στο πεδίο της πλοκής ή των χαρακτήρων. Οχι πως δεν υπάρχουν πρόσωπα – υπάρχουν, όμως τα περισσότερα είναι προσχηματικά, χάρτινα, με ονόματα που είτε είναι αυτά καθεαυτά τα ψευδώνυμα γνωστών κριτικών ή συγγραφέων (Αργυρίου/Κουμπής, Ιωάννου/Σορολόπης) είτε τα πραγματικά, ελαφρώς παρεφθαρμένα. Οχι πως δεν υπάρχει πλοκή – υπάρχει, όμως κι αυτή πλέκεται και ξηλώνεται, μέχρις αφανισμού. Στο αφήγημα «Δανεική μέρα για ασημόψαρα» (παραφθορά του γνωστού τίτλου διηγήματος του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα») το γνωστό παράσιτο-καταστροφέας των βιβλίων «ψαράκι» μεγαλώνει σελίδα τη σελίδα, (διά χειρός του ζωγράφου Δημήτρη Αναστασίου) καταπίνοντας μία μία τις λέξεις, ώσπου μένει μόνο αυτό, κυρίαρχο στη σελίδα. Αλλά οι λέξεις επιμένουν, πολλαπλασιάζονται, πλήττουν τη γραμμικότητα του κειμένου, το διανοίγουν σε επάλληλες στρώσεις εμπειρίας: στο αφήγημα, με τίτλο «Αστερίσκος», π.χ., η συγγραφέας ομνύει στην παράδοση της υποσημείωσης, χρησιμοποιώντας την ως μέσο ειρωνικού ή καυστικού σχολιασμού των γραφομένων της, επιβεβαιώνοντας έτσι τη λειτουργία της ως «τραγικού χορού», και αναγνωρίζοντας έμμεσα τον ιδιαίτερο ρόλο της ως αυτοδύναμο είδος λόγου.

Στοχαστικό, ευφυές, το βιβλίο της Γιαννάτου είναι ένα πανηγύρι της γλώσσας και της φαντασίας. Μία μόνο παρατήρηση/ένσταση θα μπορούσε να προβάλει ως «υποσημείωση» ο αναγνώστης, αν δεν τον προλάβαινε η ίδια η συγγραφέας σε μια έξοχη έξαρση αυτοσαρκασμού, την οποία βάζει στο στόμα ενός από τους ήρωές της: «Μόλις τώρα συνειδητοποιούσε ότι για κάποιον που θέλει να γίνει συγγραφέας είναι δυσκολότερο να ξεφορτωθεί τα λογοπαίγνια παρά ένα πτώμα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ