ΒΙΒΛΙΟ

Σπουδή στην ακηδία

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΕΜΙΤΕΚΟΛΟΥ
Οι Κυριακές το καλοκαίρι
εκδ. Ικαρος, σελ. 94

Υ​​πάρχουν πολλοί τρόποι να ζεις: είτε κυνηγώντας τον χρόνο, συμπιέζοντας ένα σωρό δραστηριότητες στο εκτατό του διάνυσμα είτε αδειάζοντάς τον από συμβάντα, εγκαταλείποντας τον εαυτό στη ροή του, δίνοντάς του ρυθμό μονάχα με το κουταλάκι του καφέ που ανακατεύει τη ζάχαρη στο φλιτζάνι. Υπάρχουν μέρες που το σώμα αρκείται στα βασικά, βουλιάζοντας στην αδιαφορία του γνώριμου, αντέχοντας την ασφυξία της κοινοτοπίας· μέρες που κυλάνε όπως τύχει, χωρίς πρόγραμμα, μέσα σε αποκαρωτική νωθρότητα. Ομως, αλήθεια, μπορεί ποτέ ο χρόνος να αδειάσει ολοκληρωτικά; Μήπως μέσα στην ακινησία του παρόντος η ψυχική δραστηριότητα πυκνώνει; «Σ’ ένα λεπτό υπάρχει άφθονος καιρός για αποφάσεις και γι’ ανασκευές που στο λεπτό ξανά θ’ αλλάξω», λέει ο Προύφροκ του Τ.Σ. Ελιοτ στο «Ερωτικό τραγούδι του». Κι αν, όπως κι εκείνος, η ηρωίδα της Μαριαλένας Σεμιτέκολου μετράει τη ζωή της με τα κουταλάκια του καφέ, είτε αυτά στριφογυρίζουν στο φλιτζάνι είτε χώνονται στο βάζο με το γλυκό, σε μια στιγμιαία, αμαρτωλή παρόρμηση, αν η μέρα της, μια Κυριακή του καλοκαιριού, απλώς ρυμουλκεί τον λεπτοδείκτη, αυτός ο ακίνητος, στάσιμος χρόνος γεμίζει από αναμνήσεις, εικόνες, φαντασιακές αναδρομές που μολονότι δεν δίνουν νόημα στο παρόν, σίγουρα υπογραμμίζουν πόσο σημαντικό είναι το παρελθόν για τη συγκρότηση της ταυτότητας και την αίσθηση εαυτού. Μαρίνα ονομάζει την ηρωίδα της η συγγραφέας, δίνοντάς της όνομα καλοκαιρινό, κενώνοντάς το, ωστόσο, και αυτό από τις συνδηλώσεις του: η Μαρίνα της δεν περιπλανιέται στη «σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας», μα ακινητεί στην αστική γκριζάδα· «βαδίζει αργόσυρτα» στο ζεστό πάτωμα του πυρωμένου της διαμερίσματος, βουλιάζει στον καναπέ, ανοίγει, άηχη, την τηλεόραση αλλά και το ραδιόφωνο, «για αλλαγή», ανάβει τον ανεμιστήρα, κάνει μπάνιο, κοιτάζεται στον καθρέφτη κι αναμετρά το γυμνό της σώμα, ανεβαίνει στο κλειστό διαμέρισμα μιας ηλικιωμένης γειτόνισσας να της ποτίσει τα λουλούδια. Φαινομενικά, δεν συμβαίνει τίποτα – κι όμως, συμβαίνουν τα πάντα. Ο δαίμων της μεσημβρίας, ο πιο επίφοβος δαίμονας της παράδοσης, έχει επιτεθεί στη Μαρίνα ανελέητα, μεταδίδοντάς της το δαντικό «μόλυσμα της απραξίας», γεννώντας της ένα αίσθημα ανυπόφορου κόρου και ματαιότητας· το «τώρα» χάνει τη ζωντάνια του, υποχωρεί για να παραχωρήσει τη σκηνή σ’ ένα «τότε» που εισβάλλει ορμητικό, θαρρείς για να δώσει απαντήσεις, ενώ απλώς αναμοχλεύει τη μελαγχολία: πρόσωπα της παιδικής ηλικίας, θωπείες ενός «θείου» που δεν είναι θείος και ζητάει ένα φιλί με αντάλλαγμα σοκολάτες, τα δικά της δάκρυα έκτοτε, όποτε τρώει σοκολάτα, τα δάκρυα της μητέρας της που καμουφλάρονται πίσω από τα κρεμμύδια ενός πολυύμνητου στιφάδου, η φίλη που τη μύησε στη γοητεία των λέξεων, η φίλη που προχώρησε ενώ η ίδια έμεινε στάσιμη, η αναπάντεχη συναρπαγή ενός βραχύβιου έρωτα, οι τυχαίες, περιττές παρέες, η απώλεια, το κενό, όλα αυτά απλώς διαστίζουν τη μοναχική και μονότονη διαδρομή της Μαρίνας που τη διανύει «φορώντας κατάσαρκα ένα πουκαμισάκι υφασμένο στο χέρι» (την κατάθλιψη;) αθέατο για τους πολλούς, ορατό μόνο για τους λίγους, που κι αυτοί «κάνουν πως δεν το βλέπουν».

Η αφήγηση εκτυλίσσεται μέσα σε μια μέρα, χωρισμένη σε πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ και πρωινό Δευτέρας –όταν η ηρωίδα θα ετοιμαστεί για την ανούσια δουλειά της, σ’ ένα φωτοτυπικό κατάστημα– όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου. Η συγγραφέας, με το σύντομο αλλά εξαιρετικά πυκνό, συγκινητικό χωρίς να γίνεται ποτέ δραματικό, βαθύ στον τρόπο με τον οποίο διεισδύει στον γυναικείο ψυχισμό, γλωσσικά αισθαντικό της μυθιστόρημα, δίνει μια, έξοχη λογοτεχνικά, σπουδή στην ακηδία και συνάμα ένα χρονικό της αποξένωσης, της συρρίκνωσης του εαυτού σε έναν κόμβο συμβατικών αντιδράσεων, που σφαδάζει ψυχικά επιζητώντας διέξοδο. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρώτη πεζογραφική εμφάνιση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ