ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Τα επίμονα τραύματα

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Εργο της Κούμι Γιαμασίτα από την έκθεση «Black Out: Silhouettes Then and Now», στο Smithsonian Portrait Gallery της Ουάσιγκτον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Y​​​​πάρχουν τρεις τύποι συναισθηματικών τραυμάτων: αυτά που θεραπεύονται γρήγορα, αυτά που παίρνουν χρόνο και αυτά που μένουν μαζί σου μέχρι να πεθάνεις. Νομίζω ότι ένας από τους μεγάλους ρόλους της μυθοπλασίας είναι να εξερευνά όσο πιο βαθιά γίνεται και με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες τα τραύματα που παραμένουν. Διότι αυτές είναι οι ουλές που, καλώς ή κακώς, ορίζουν και διαμορφώνουν τη ζωή ενός ανθρώπου. Και οι ιστορίες –οι δραστικές ιστορίες, θέλω να πω– μπορούν να εντοπίσουν το σημείο του τραύματος, να ορίσουν τα όριά του (συχνά το τραυματισμένο άτομο δεν έχει συναίσθηση της ύπαρξης αυτού του τραύματος) και να λειτουργήσουν θεραπευτικά».

Ο Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι μιλάει στο The New Yorker και την Ντέμπορα Τράισμαν (Haruki Mourakami on Parallel Realities, 27.8.18) και, όπως πιστεύει ο κύριος Γκρι, μέσα σε μία παράγραφο ορίζει με ζηλευτή σαφήνεια ένα από τα μεγάλα, τα κεφαλαιώδη θέματα της λογοτεχνίας αλλά και της ύπαρξης: τα επίμονα τραύματα.

Το επίμονο τραύμα δίνει συνήθως την αίσθηση ενός κενού που δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά. Σχετίζεται συχνά με την έλλειψη της μητρικής φροντίδας στις απαρχές της ζωής: μια συνεχής αγωνία ότι ανά πάσα στιγμή «θα πέσεις» (όπως στα όνειρα που σε τινάζουν βίαια τη στιγμή της πτώσης). Οτι είσαι διαρκώς μετέωρος, ότι αυτό που συνιστά την πραγματικότητα γύρω σου είναι αυτό το άσχημο (χωρίς σχήμα) κενό εν τέλει. Η επιτακτική, ασυναίσθητη ανάγκη της φυγής και, κυρίως, της έντασης γίνεται καθημερινή, σχεδόν εθισμός. Δίχως μια κάποια μορφή έντασης, ξοδέματος, το πραγματικό (νομίζεις ότι) θα σε πνίξει σαν παλλιρροϊκό κύμα.

Το χειρότερο με το κενό είναι ότι δεν έχει όνομα, δεν έχει σώμα, επιβάλλοντας την ασχήμια του στο πραγματικό γύρω σου. Οταν όμως το κενό αποκτά όνομα, συνήθως το όνομα για κάτι που χάθηκε κάποτε, γίνεται ένα ουσιαστικό βήμα. Χωρίς αυτό το όνομα βιώνεις έναν οδυνηρό εσωτερικό κατακερματισμό, μια αέναη πτώση, όπως το νεογνό που μόλις έχει σκάσει στον κόσμο και αυτό που βιώνει είναι μια κατάσταση αφανισμού. Ενα τέτοιο όνομα είναι η έλλειψη, η απώλεια.

Συμβαίνει κάποτε αυτό το όνομα στο κενό που φέρνει μαζί του το επίμονο τραύμα να το δώσει η λογοτεχνία, μια δυνατότητα ίχνους με το οποίο να μπορείς να σχετιστείς και από την απώλεια να περάσεις στην απουσία. Η απουσία ενέχει πάντοτε μια δυνατότητα παρουσίας, γι’ αυτό και έχει ένα στοιχείο συμφιλίωσης. Και συγχώρεσης: κάτι που χάθηκε κάποτε, και έπειτα από πολύ κόπο αχνοφάνηκε το ίχνος του, παίρνει γαλήνια την οριστική του θέση μέσα σου πληρώνοντας το κενό.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα λύθηκαν», πετάγεται ο κύριος Γκρι. Οχι, δεν σημαίνει κάτι τέτοιο· μπορεί όμως να σημαίνει ότι γλύκαναν. Οι ιστορίες, οι αφηγήσεις δίνουν ένα σχήμα στον τρόμο του κενού. Οι ιστορίες είναι φως. Κι όπως λέει ο Γιαν Κοτ στη «Θεοφαγία», «η φιλία και το φως της ημέρας είναι δυνατότερα από το μίασμα. Η αυγή, γράφει ο Ελιάρ σ’ ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του, διώχνει τα φαντάσματα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ