ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΒΙΑ
«Παράπλευρες απώλειες»
Παιδικά χρόνια στην Αθήνα
της Κατοχής και του Εμφυλίου
εκδ. Καπόν, σελ. 144

«Είχα ακούσει τις φωνές των παιδιών που φώναζαν στον δρόμο “Πεινάω”. Στο Ζάππειο είχα δει μια σκηνή που μου είχε ματώσει την καρδιά: Ενα ξυπόλυτο κουρελιάρικο αγόρι, με κεφάλι κουρεμένο γουλί, ακολουθούσε έναν κύριο και ζητούσε βοήθεια. Εκείνος το έδιωχνε. Εκείνο επέμενε. Για ν’ απαλλαγεί του έδωσε μια καρπαζιά. Εκείνο συνέχισε να τον ακολουθεί. Ο κύριος γύρισε τότε κι έφτυσε σ’ εκείνο το κουρεμένο κεφάλι».

Το σκηνικό που περιγράφει η Μαρία Καραβία λαμβάνει χώρα καταμεσής της Κατοχής και στο βιβλίο της «Παράπλευρες απώλειες» το φέρνει στον νου της συνδυαστικά με μια άλλη θύμηση, λιγότερο σκληρή για τον αναγνώστη, όχι όμως και για την ίδια: η προτροπή της ραδιοφωνικής Θείας Λένας να δωρίσουν οι μικροί ακροατές της στο Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) μερικά από τα παιχνίδια τους για όσα παιδιά δεν έχουν κανένα, την κάνει να διαλέξει ανάμεσα στα δικά της. Αλλά όταν η μητέρα της βλέπει τι ξεχώρισε, τη μαλώνει: πρέπει να δώσουμε ό,τι καλύτερο έχουμε, της λέει. Ο κλήρος πέφτει στην αγαπημένη της κούκλα. Της την έχει φέρει δώρο η νονά της και φοράει «οργκαντινένιο φόρεμα και ίδιο καπέλο. Θα πρέπει να είχε ξεμείνει σε κάποιο παλαιό κατάστημα παιχνιδιών και διοχετεύθηκε ύστερα στη μαύρη αγορά».

Με την κούκλα στο ΕΙΡ

Την ημέρα που μάνα και κόρη πάνε με το τραμ να παραδώσουν την κούκλα στα γραφεία του ΕΙΡ, στην οδό Ρηγίλλης, τα Χριστούγεννα του 1943, η αφηγήτρια είναι «έτοιμη να κλάψει», παρά τα πολλά μπράβο που εισέπραξε από τους υπαλλήλους. Η Μαρία Καραβία είναι μια ολόκληρη ιστορία από μόνη της, τόσο ως πολυγραφότατη και έξοχη συγγραφέας οδοιπορικών, ταξιδιωτικών, χρονικών και άλλων κειμένων για την τέχνη όσο και ως εξαιρετική δημοσιογράφος. Αφησε την ανεξίτηλη σφραγίδα της σε αυτήν­ εδώ τη εφημερίδα, όπως επίσης στην κρατική τηλεόραση με σειρά εμβληματικών εκπομπών πάνω στην εικαστική δημιουργία της χώρας.

Το βιβλίο της «Παράπλευρες απώλειες» μπορεί να διαβαστεί ως ένα συναρπαστικό, συγκινητικό ακόμα, προσωπικό χρονικό πάνω στην ταραγμένη δεκαετία του ’40 αλλά και ως ένα γοητευτικότατο αθηναιογράφημα (εμπλουτισμένο με επιλεγμένες προσωπικές φωτογραφίες εποχής). Δίχως ίχνος γραφικότητας και εύκολης νοσταλγίας, μεταφέρει τον αναγνώστη σε μια Αθήνα «πολύ μικρή. Οι κάτοικοί της διασταυρώνονταν, οι ζωές τους επίσης…». Είναι μια Αθήνα ζόρικη και σκληρή, όμορφη, από την άλλη, ανθρώπινη μα και κρύα, τρομακτική – όσο τρομακτική μπορεί να είναι μια πόλη εν καιρώ πολέμου αλλά και όσο ανθρώπινη μπορεί να είναι μια κοινότητα όπου οι ζωές των κατοίκων της διασταυρώνονται κάθε τόσο.

Θαυμάζει κάποιος την ψύχραιμη, αποστασιοποιημένη, αλλά ολοζώντανη, περιγραφή της συγγραφέως όταν, τα Χριστούγεννα του 1944, όλμοι του ΕΛΑΣ πετυχαίνουν το πατρικό της, στην οδό Πλάτωνος 32, στην Καλλιθέα. Μεταξύ των άλλων, θα τραυματιστούν μοιραία η γιαγιά της αλλά και η μητέρα της. «Δεν μπορούσε κανείς να βγει στον δρόμο. Οι σφαίρες έπεφταν από παντού. Η γιαγιά ήπιε μια γουλιά (κονιάκ), έγειρε το κεφάλι και ξεψύχησε. Την έθαψαν σ’ ένα κηπάκι στην Καλλιθέα. Δεν υπήρχε πρόσβαση στα νεκροταφεία. Εγώ δεν ξέρω τι έγινα. Δεν είδα τίποτα απ’ όλα αυτά. Τα άκουσα εκ των υστέρων. Θα με κράτησαν σε κάποιο σπίτι. Σε λίγες μέρες φύτευαν και τη μητέρα μου σ’ έναν άλλο κήπο, τον κήπο της Ριζαρείου Σχολής στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας». Δυσάρεστες αναμνήσεις, εφιαλτικές. Κι όμως, για την Μ. Καραβία η Αθήνα ήταν μια πατρίδα. Υπάρχει μια γλυκύτητα σε αυτές τις αναμνήσεις και η συγγραφέας έχει την ικανότητα να μεταφέρει τον αναγνώστη στους χρόνους και στους χώρους της παιδικής και νεανικής της ηλικίας. Στο τέλος, βέβαια, μένει κάτι σαν πίκρα. Οταν τα πρωινά, πριν από το σχολείο, η μητέρα μιας φίλης της, σπεύδει να δώσει και στην αφηγήτρια ένα φιλί και όχι μόνον στην κόρη της, η συγγραφέας σχολιάζει: «Στα παιδικά μου χρόνια τα χάδια ήταν είδος εν ανεπαρκεία».

Στην δε τελευταία σελίδα, έχουμε το εκπληκτικό φινάλε σε ένα βιβλίο αθόρυβο φαινομενικά αλλά εσωτερικά υψηλών θερμοκρασιών: ενώ αρχικά η αφηγήτρια περιφρονεί την ψυχανάλυση, αργότερα το ξανασκέφτεται. «“Πολλές φορές, στη μέση της νύχτας, ακούω να χτυπάει το τηλέφωνο. Πετάγομαι. Δεν απαντάει κανείς. Και στον πίνακα αναγνώρισης κλήσης δεν έχει καταγραφεί αριθμός”. “Φόβος της ξαφνικής απώλειας”, αποφάνθηκε ο ψυχολόγος της παρέας. “Το τηλέφωνο δεν χτυπάει”. Υστερα η συζήτηση γύρισε αλλού».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ