Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ενας θρύλος στην καιόμενη Θεσσαλονίκη του 1917

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Φυγή», 50x70 εκ. ακρυλικό σε καμβά. Της Γεύσως Παπαδάκη από την ατομική έκθεση ζωγραφικής «Της αγάπης συλλαβές». Gallery Genesis, Χάρητος 35, Κολωνάκι. Εως 8 Δεκεμβρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

A​​σλάν στα τουρκικά σημαίνει λιοντάρι, και Καπλάν τίγρης. Ο Ασλάν Καπλάν, ένας Τουρκαλβανός Θεσσαλονικιός, «ασυναγώνιστος ερωτύλος», με ρίζα από τον Αλή Πασά, παντοδύναμος και λυγερόκορμος, υβρίδιο λιονταριού και τίγρη, φέρεται και στον έρωτα σαν υβρίδιο, του Καζανόβα και του εμπειρίκειου Ανδρέα Σπερχή. Ωσπου τον λιώνει το γιαγκίνι του για την Εβραιοπούλα Σαλώμη, επίσης Σαλονικιά. Αυτά στο νέο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν» («Αγρα»). Ο εξηγητικός υπότιτλος, «Λαϊκό ρομάντζο τον καιρό της φωτιάς του ’17 στη Θεσσαλονίκη», πληροφορεί για τον χρόνο και τον τόπο του δράματος, και κυρίως για την υφολογική επιλογή, για τον τρόπο αναπαράστασης του δράματος. Πιθανότατα ο υπότιτλος θα περίττευε, αν απλώς εν-χρόνιζε και εν-τόπιζε την περιπέτεια στο απανθρακωτικό 1917 και στη Θεσσαλονίκη, νεαρό κλαδί στον κορμό της Ελλάδας τότε, με ζωηρά ακόμα τα γνωρίσματα της πολυφυλετικής συγκρότησης.

Η κύρια πληροφορία είναι η ειδολογική, όχι η χωροχρονική. Ο αναγνώστης προειδοποιείται ότι τον περιμένουν σελίδες απαρτισμένες κατά το στυλ ή τη μανιέρα του λαϊκού ρομάντζου. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να τον ξενίσει ο υψηλός εκθειαστικός τόνος στην περιγραφή των θετικών ηρώων, είτε για τις χάρες του κορμιού τους γίνεται λόγος είτε για τις ψυχικές αρετές τους. Δεν πρέπει επίσης να τον παραξενέψει ο ανεπιφύλακτα καταδικαστικός τόνος στην περιγραφή των αρνητικών ηρώων. Το ίδιο το είδος επιβάλλει τον υπερθετικό βαθμό, στο καλό και στο κακό, και μέχρις ενός σημείου προοικονομεί και τον χαρακτήρα της κριτικής που θα ασκηθεί μετά το πέρας της ανάγνωσης. Ο «Θρύλος του Ασλάν Καπλάν» θα κριθεί ως αυτό που είναι ή θέλησε να γίνει: λαϊκό ρομάντζο.

Στο ρομάντζο, ο έρωτας, ιπποτικών προδιαγραφών, δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτος, άρα εντέλει καταστροφικός. Απόλυτη η φιλία, αλλά και η κακοψυχία. Οσο κι αν γράφεται σε έγχρωμες εποχές, το ρομάντζο παραμένει ασπρόμαυρο. Κι ωστόσο, στο μυθιστόρημα του Κοροβίνη υπάρχει κι άλλο χρώμα εκτός από τα δύο τυπολογικώς επιβεβλημένα, το άσπρο και το μαύρο. Υπάρχει το κόκκινο της τεράστιας πυρκαγιάς που ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη στις 18 Αυγούστου 1917. Δεν ήταν ένα γιαγκίνι όπως τα πολλά που είχαν πληγώσει έως τότε την πόλη, όπου, όπως γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ, «οι πυρκαγιές ήταν τόσο συχνές και τακτικές ώστε οι προσευχές για την αποτροπή τους αποτελούσαν τμήμα της τοπικής τελετής για το Γιομ Κιπούρ» («Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων: Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950», μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, «Αλεξάνδρεια», 2006). Πάντα από το βιβλίο του Μαζάουερ (το οποίο είναι λήμμα της βιβλιογραφίας που παραθέτει ο Κοροβίνης στο τέλος του μυθιστορήματος, με τιμιότητα που θα τη θεωρούσαμε αυτονόητη, αν τη συναντούσαμε συχνά), μαθαίνουμε ότι «η πυρκαγιά κατέστρεψε όλη ουσιαστικά την οθωμανική πόλη καθώς και τον εβραϊκό της πυρήνα. Από τις στάχτες της άρχισε να ξεπροβάλλει μια νέα πόλη, πλασμένη κατ’ εικόνα του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας του».

Γι’ αυτό και ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος είχε πει ότι η πυρκαγιά ήταν «σχεδόν σταλμένη από τη θεία πρόνοια». Το μετριαστικό «σχεδόν» ίσως μας πείσει να συμπεράνουμε πως η βενιζελική απόφανση ήταν διαβρωμένη από τον δαίμονα του ωφελιμισμού, όχι του στυγνού κυνισμού. Ο εκσυγχρονισμός και εκδυτικισμός της οθωμανικής πόλης, ο εξελληνισμός της επί της ουσίας, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί δίχως να ξεριζωθούν από το κέντρο της οι Εβραίοι, με τη χρήση μιας «εθνολογικής μηχανικής» στην ανοικοδόμηση. Πάλι ο Μαζάουερ: «Η πόλη, συνεχίζοντας την τάση που είχε διαφανεί από τη δεκαετία του 1890, χωριζόταν με ταξικά παρά με εθνολογικά κριτήρια. [...] Υπήρχε όμως παρ’ όλα αυτά μια βαθύτερη αλήθεια στα παράπονα των Εβραίων ηγετών: ο πρωταρχικός σκοπός του σχεδίου –που σαφώς και επιτεύχθηκε– ήταν να ενταθεί ο έλεγχος των ελληνικών αρχών στην ίδια την καρδιά της πόλης, και ο στόχος αυτός ήταν ασυμβίβαστος με την παλιά οργάνωση του χώρου της οθωμανικής Θεσσαλονίκης, όπου οι πυκνοκατοικημένες εβραϊκές συνοικίες είχαν δεσπόσει στον πυρήνα της».

Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν λοιπόν βρίσκεται εντός της Ιστορίας. Δεν είναι μια υπόθεση που εκτυλίσσεται εκτός πραγματικού χρόνου και με αδιάφορο τον τόπο του δράματος, όπως συμβαίνει στα τυπικά ρομάντζα. Ο Κοροβίνης απιστεί στο πρότυπο, αθετεί τους όρους που φαίνεται να υπέγραψε με τον υπότιτλό του. Υπό το εφιαλτικό φως της πυρκαγιάς ανατέμνει ορισμένους από τους χαρακτήρες του βαθύτερα απ’ όσο συνεπάγονται οι προδιαγραφές του ρομάντζου. Στους χαρακτήρες αυτούς συγκαταλέγεται οπωσδήποτε η πόλη, που δεν είναι αδρανές φόντο. Η Θεσσαλονίκη που αγαπάει ένας συγγραφέας-ερευνητής του ελληνικού και του τουρκικού πολιτισμού είναι αυτή που χάθηκε τον Αύγουστο του 1917. Ελεύθερη, ελληνική, πλην μεικτή, πολύγλωσση και πολυφυλετική, μια αυθεντική σύνοψη των Βαλκανίων.

Ο συγγραφέας δεν διάλεξε Τουρκαλβανό τον ήρωά του και Εβραία την αγαπημένη του για να νοστιμέψει το κείμενό του με ολίγον εξωτισμό. Και με αυτήν την επιλογή του επιμένει στον ποικίλο χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης και αναδεικνύει τα ψηλά εμπόδια που είχαν να υπερβούν οι ερωτικές σχέσεις ανάμεσα σε μέλη διαφορετικών κοινοτήτων, εμπόδια νομοθετημένα ή εθιμικά. Ο Ασλάν Καπλάν, που σαν τον Τσακιτζή της Μικράς Ασίας, έναν παλικαρά επίσης «λεοντάρι στην καρδιά», «έπαιρνε κάτω απ’ τη φτερούγα του ορφανά και βοηθούσε γέροντες ανήμπορους κι εγκαταλελειμμένους», ήταν Τουρκαλβανός, πλην «ένιωθε τόσο Τούρκος όσο και Ρωμιός, άλλο τόσο και Εβραίος, ένιωθε συγγενής με οποιονδήποτε κάτοικο της Σαλονίκης, αγαπούσε κάθε καλντερίμι της, κάθε καφενέ της, κάθε χάνι της, πίστευε ότι όλα αυτά μαζί είναι η ταυτότητά του κι ότι χωρίς αυτά δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Αυτή η πόλη, έλεγε, είναι δώρο του θεού για όλους, κι άμα βοηθιόμαστε μεταξύ μας, θα προκόβει και θα ’ναι απ’ όλους ζηλευτή. Ας μην πίστευε σε θεό. Και τις αυλές των τζαμιών επισκεπτόταν τις Παρασκευές, και απέξω από τις συναγωγές περνούσε κανένα Σάββατο, κι απέξω από τις εκκλησιές περνούσε καμιά Κυριακή πρωί, όταν τέλειωνε η λειτουργία και άνοιγε το πουγκί του απλόχερα στους ζητιάνους».
Τα πλάσματα του Κοροβίνη μιλούν ελληνικά, τουρκικά, εβραϊκά, αρβανίτικα. Και συνεννοούνται. Ενας τυπικός συγγραφέας ρομάντζου δεν θα τολμούσε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε εδώ μια ένεση φολκλόρ, αλλά τη δοκιμή να αναπαρασταθεί και διά της γλωσσικής ποικιλίας ο σύνθετος χαρακτήρας της πόλης. Στο τέλος του μυθιστορήματος (όταν πια ο Ασλάν Καπλάν πέφτει σκοτωμένος από την ίδια την αγαπημένη του, που από μια παρεξήγηση φοβήθηκε ότι την πρόδωσε), όσα πολύγλωσσα τραγούδια έχουμε διαβάσει από σελίδα σε σελίδα αθροίζονται σε ένα επίσης πολύγλωσσο μοιρολόι. Οχι του Ασλάν Καπλάν αλλά της Θεσσαλονίκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ