ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με την τραγουδίστρια Μυρτώ Βασιλείου

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

«Οχι ότι θέλω να αδικήσω τη Μιλού μου που περιμένει να ανοίξω τα μάτια μου ή τη μητέρα μου που έχει φτιάξει σούπερ φαγητό ή τη δημιουργική στιγμή της πρόβας, αλλά όλα αυτά αποκτούν νόημα μόνο όταν τα συζητήσεις, τα σχολιάσεις, γελάσεις μαζί τους ή συγκινηθείς. Είναι ο καλύτερος τρόπος να αποφορτιστείς», λέει η Μυρτώ Βασιλείου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Χρονογραμμή

11.20
Ισα που έχω ξυπνήσει κι αρχίζω να αντιλαμβάνομαι τι γίνεται γύρω μου. Η Μιλού έχει φέρει τη μουσούδα της στο πρόσωπό μου κι από τη χαρά της που άνοιξα τα μάτια μου, κουνάει την ουρά της –τόσο ατσούμπαλα– που έχουν πέσει τα μισά πράγματα του κομοδίνου κάτω. Αρνούμαι να σηκωθώ αμέσως. Eχουν αρχίσει ήδη τα πρώτα κρύα και το «χουχούλιασμα» στο ζεστό μου κρεβάτι είναι ό,τι πρέπει. Το ραδιόφωνο της κουζίνας ανοιχτό, όπως κάθε πρωί, άλλωστε, και η μυρωδιά καφέ φίλτρου «τρυπώνει» απ’ τη χαραμάδα της πόρτας. Ηρθε η ώρα νομίζω. Κινήσεις μηχανικές πλέον: σηκώνομαι, στρώνω το κρεβάτι, ανοίγω το παράθυρο, «Μιλού πάμε» και κατευθυνόμαστε προς την κουζίνα για πρωινό. «Καλημέρα», η πρώτη λέξη που ακούγεται. Ωραία λέξη, γεμίζει το στόμα σου με την πιο απλή «ευχή» του κόσμου. Επειτα από λίγο... ο καφές στο χέρι, πίσω στο δωμάτιο, ανοίγω υπολογιστή και η μελέτη ξεκινά για σήμερα.

14.45
– Κορίτσια το φαγητό είναι έτοιμο.
– Ερχόμαστεε!
Συναντώ στον διάδρομο την αδερφή μου και ακολουθούμε τη μυρωδιά, που εδώ και μία ώρα μας έχει σπάσει τη μύτη! Κόκκινη σάλτσα ήταν, με μανιτάρια. Η αγαπημένη μου! Το ραδιόφωνο ακόμη ανοιχτό. Τα νέα μας, τα σχέδιά μας, τα παράπονά μας, μετά τα γέλια. Ταυτόχρονα, η Μιλού παρακαλάει για μια μπουκίτσα με το γνωστό κουταβίσιο βλέμμα που δεν μπορείς να αντισταθείς. Βλέπω, με την άκρη του ματιού μου, την αδερφή μου να της πετάει ένα μακαρόνι κάτω απ’ το τραπέζι. Τεράστιο λάθος! Το μάτι της μαμάς πέφτει πάνω στο λερωμένο πάτωμα. Ισως και να μας άκουσε όλο το οικοδομικό τετράγωνο εκείνη τη μέρα. Αυτά συμβαίνουν σε ένα απλό, καθημερινό «μεσημεριανό φαγητό».

17.30
Εχω ήδη φύγει απ’ το σπίτι. Λεωφόρος Αλεξάνδρας και η κίνηση είναι αφόρητη. Να και η βροχή, «αυτό μας έλειπε τώρα». Δεν γκρινιάζω, έχω πρόβα όμως και δεν θέλω να αργήσω. «Τα πήρα όλα; Στίχοι, σέικερ, ντέφι; Ολα εντάξει». Φτάνω στο στούντιο μισή ώρα αργότερα και οι περισσότεροι είναι ήδη εκεί. Στήνουν τα όργανα και είμαστε έτοιμοι να μπούμε να παίξουμε. Οπως πάντα, οι πρώτες διευκρινίσεις ακούγονται και το «πάμε» δεν αργεί. Περνούν σχεδόν τέσσερις ώρες χωρίς να το καταλάβουμε. Ενα διάλειμμα μόνο –κάπου στα μισά– για να καθαρίσει το μυαλό μας και να φορτσάρουμε για τις επόμενες δύο ώρες. Πολύ ευχάριστη πρόβα. Πολύ εποικοδομητική. Νέες ιδέες, νέες προσεγγίσεις των τραγουδιών, όλα τέλεια!

22.45
Βρέχει για τα καλά. Φεύγω απ’ το στούντιο και πέφτει το πρώτο τηλεφώνημα στην κολλητή μου.
– Πού είσαι;
– Σπίτι.
– Ερχομαι!

Ισως η καλύτερη στιγμή της μέρας. Οχι ότι θέλω να αδικήσω τη Μιλού μου που περιμένει να ανοίξω τα μάτια μου ή τη μητέρα μου που έχει φτιάξει σούπερ φαγητό ή τη δημιουργική στιγμή της πρόβας, αλλά όλα αυτά αποκτούν νόημα μόνο όταν τα συζητήσεις, τα σχολιάσεις, γελάσεις μαζί τους ή συγκινηθείς. Είναι ο καλύτερος τρόπος να αποφορτιστείς. Φτάνουν και οι υπόλοιποι της παρέας. Εξω ο χαμός συνεχίζεται, τρομερός αέρας και βροχή. Εμείς μέσα, με κουβέρτες και τα παντελόνια και τις φόρμες μέσα από τις κάλτσες. Αλλοι πίνουν μπίρα κι άλλοι τσάι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά η ώρα έχει πάει τρεις και... Το μόνο που ήθελα πλέον ήταν το μαξιλάρι μου. Ξέρω φυσικά ότι αυτές οι μαζώξεις, με τους φίλους, δεν θα σταματήσουν ποτέ. Θα τις επιδιώκουμε πάντα. Χαιρετάω τα παιδιά, βάζω μπουφάν, ανοίγω ομπρέλα και χώνομαι μέσα στ’ αυτοκίνητο. Και πάλι στο ζεστό μου κρεβάτι, λίγες σκέψεις στο μυαλό μου μόνο. Οι βασικές θα έλεγα. Κι ένας απολογισμός της μέρας. Ολα καλά πήγαν. Πάντα πάνε καλά, στο τέλος!

​​H Μυρτώ Βασιλείου εμφανίζεται την επόμενη Πέμπτη στον Σταυρό του Νότου μαζί με τον Στάθη Δρογώση και τον Κώστα Τσίρκα, σε ένα πρόγραμμα που τιτλοφορείται «Ρομάντζα». Εναρξη στις 10 μ.μ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ