ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η εκπαίδευσή μου διακόπηκε μόνο κατά τις περιόδους που πήγαινα σχολείο». Με αυτή τη φράση του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο ως προμετωπίδα ξεκινά το πρώτο μέρος της ογκώδους προσωπικής μυθιστορίας με τον τίτλο «Ερασιτέχνης επαναστάτης» ο Απόστολος Δοξιάδης, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Ικαρος.

Ο χαρακτηρισμός «προσωπική μυθιστορία» είναι δικός του και δηλώνει την προσέγγιση του συγγραφέα: γράφει για τη ζωή του όχι με στόχο να την παρουσιάσει μυθοποιημένη στον αναγνώστη αλλά για να της δώσει σχήμα, μορφή, ένα νόημα και αυτό το νόημα έρχεται πάντοτε μέσα από την επιλεκτική, δραστική αφήγηση.

Ο συγγραφέας επικεντρώνεται στα χρόνια της δικτατορίας και στη δική του συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα της εποχής, καθώς επίσης στη στράτευσή του με την Αριστερά τα τελευταία τέσσερα χρόνια της χούντας. Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα από το βιβλίο.


Η αυτοβιογραφία του Απόστολου Δοξιάδη με τίτλο «Ερασιτέχνης επαναστάτης» πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ικαρος. Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο Δημήτρης Χαντζόπουλος.

Προδημοσίευση

«Τον πρώτο καιρό που ανακάλυψα στο βιβλιοπωλείο του Μασπερό την αδιανόητη για μένα ώς τότε πληθώρα των αριστερών οργανώσεων, η περιέργειά μου να καταλάβω τις θέσεις τους ήταν πολιτική. Ημουν κάπως σαν τον τσομπανάκο που, ζώντας μια ζωή απομονωμένος στο βουνό, αφενός δεν γνωρίζει σεξουαλικά παρά μόνο τη σύζυγό του, που του τη φέραν προξενιό, και αφετέρου η μόνη άλλη γυναίκα την οποία έχει αντικρίσει –συγγνώμη, σύντροφοι του ΚΚΕ!– είναι μια θεια εκεί παραδίπλα, ασχημομούρα. Μετακομίζοντας, όμως, ύστερα από μερικά χρόνια γάμου, στη μεγάλη πόλη, ξαφνιάζεται από την απίστευτη ποικιλομορφία του γυναικείου φύλου. Ετσι έγινε και με εμένα στο Παρίσι. Στην Αμερική είχα γίνει αριστερός με τις διδασκαλίες του Αρίστου, που με είχε βάλει κατευθείαν σε έναν μονόδρομο χωρίς διασταυρώσεις, γραμμή για το Εσωτερικό. Από κει και πέρα, δεν νομίζω ότι είχα ακούσει καν για άλλες οργανώσεις που αυτοχαρακτηρίζονταν αριστερές, πλην ΚΚΕ και Μαμής – ή, αν είχα ακούσει, θα ήταν κάτι ελάχιστο, αποσπασματικό, που ούτε το θυμάμαι.


«...Ετυχε, ένα καλοκαιρινό απόγευμα, εκεί που ήμουν έτοιμος να ρίξω στη θάλασσα το βαρκάκι μου στην παραλία του Αστέρα, στη Γλυφάδα, όπου πηγαίναμε καμιά φορά για μπάνιο με τους γονείς, να συναντήσω τυχαία τον πρωθυπουργό, αυτό τον περίφημο Καραμανλή».

Τώρα όμως που είχα αρχίσει να γνωρίζω τις οργανώσεις τους μέσα από τα έντυπα στου Μασπερό, πέρα από την αρχική κατάπληξη για το πόσο πολλές ήταν, αντίστοιχη με του βουνίσιου όταν φτάνει στην πόλη, μου πέρασε από τον νου και η αμαρτωλή σκέψη που σίγουρα θα μπήκε στον βουνίσιο όταν άρχισε να συνηθίζει στην πόλη: μήπως άραγε δεν έχω επιλέξει να παντρευτώ την καλύτερη; Μήπως άραγε κάποια άλλη αριστερή οργάνωση έχει ενδιαφέρον, όχι για να αποκτήσω μαζί της ολοκληρωμένες σχέσεις –για να παραμείνω στην ίδια αναλογία–, αλλά τουλάχιστον για κάποιο φλερτ, βρε παιδί μου, ή έστω και μια απλή γνωριμία εκ του σύνεγγυς; 

[…]

Λόγω άγνοιας, είχα την άποψη ότι αριστερή αντίσταση κατά της Χούντας σήμαινε ή ΚΚΕ ή Εσωτερικό. Και, καθώς πίστευα ολοένα και περισσότερο, βλέποντας την πραγματικότητα, ότι μόνο οι αριστεροί είχαν τη δυνατότητα να οργανώσουν αποτελεσματική αντίσταση, νόμιζα πως δεν ήταν δυνατόν να βρίσκομαι αλλού, παρά ακριβώς εκεί όπου βρισκόμουν. Αλλά, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος, εξιδανίκευα την επιλογή μου».

Αδειάζοντας τη γιάφκα μαζί με τον Σταύρο Τσακυράκη

«Πρέπει να κάνουμε μια δουλειά», μου είπε ο Σταύρος Τσακυράκης. «Φοβόμαστε πως έχουνε σταμπάρει τη γιάφκα της Οργάνωσης».

«Την ποια;».

Δεν είχα ξανακούσει τη λέξη, και μου την εξήγησε: έτσι λέγαμε εμείς οι κομμουνιστές τις κρυψώνες, από τα ρωσικά.

Είχα σαστίσει.

«Εχουνε σταμπάρει τη γιάφκα, είπες; Αυτό είναι πολύ σοβαρό… Η Ασφάλεια; Η ΕΣΑ;».

«Οχι, ρε συ!» μου απάντησε. «Εδώ θα ήμασταν αν την είχαν σταμπάρει αυτοί; Μια κωλόγρια στην πολυκατοικία, που μένει στο δίπλα διαμέρισμα. Τελευταία όλο μάς στραβοκοιτάει. Και χτες, που με είδε να μπαίνω, κούνησε το κεφάλι της σαν να έλεγε “ξέρω τι κουμάσια είστε εσείς”. Πρέπει να πάμε να πάρουμε όλο το υλικό, να αδειάσουμε τη γιάφκα». 

«Ωραία», είπα. «Πότε;».

«Τώρα», μου είπε ο Σταύρος.

«Τώρα; Πρωινιάτικα; Μέσα στην κίνηση;».


Το απαραίτητο κούρεμα στο Παρίσι, λίγο πριν από την επιστροφή στην Αθήνα. «Τα μαλλιά μου ώς τότε, στο Παρίσι, τα είχα μέχρι τους ώμους...».

Ο Σταύρος κούνησε το κεφάλι. 

«Δεν θέλω να το καθυστερήσω. Δεν ξέρεις τι γίνεται. Και νομίζω πως η γριά λείπει το πρωί, ούτε ξέρω πού σκατά πάει, οπότε δεν θα μας πάρει χαμπάρι». 

Συμφωνήσαμε και περπάτησα μόνος προς το αυτοκίνητο, με τον Σταύρο να έρχεται από πίσω μου σε κάποια απόσταση. Κάθισα, έβαλα μπρος, και μπήκε κι εκείνος πλάι μου. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά. 
[…]

Ηταν σε ένταση –καθώς δεν τον ήξερα καλά, δεν γνώριζα ότι ήταν χαρακτηριστικό του–, ξεφύσαγε, βλαστήμαγε την «κωλόγρια» και την κακιά μας τύχη. […]

Παρκάρισα εκεί όπου μου έδειξε ο Σταύρος, με τα συνωμοτικά αντανακλαστικά μου σε πλήρη εσωτερική ένταση. Κλείδωσα το αυτοκίνητο, και μπήκαμε μαζί στην πολυκατοικία ενώ εκείνος κοίταζε γύρω του και βλαστημούσε χαμηλόφωνα. Κατεβήκαμε στο ημιυπόγειο, και ο Σταύρος ξεκλείδωσε την πόρτα μιας γκαρσονιέρας. Είδα ένα δωμάτιο με βαλίτσες, χαρτοκιβώτια στοιβαγμένα, πάκα χαρτιά και μια γραφομηχανή. 

«Τι παίρνουμε;» ρώτησα.

«Τα πάντα», μου είπε ο Σταύρος.

Από τη μια έπρεπε να κάνουμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε και από την άλλη να μη φανούμε βιαστικοί αν διασταυρωνόμασταν με κανέναν ένοικο της πολυκατοικίας ή με περαστικούς στο πεζοδρόμιο. Θα παίζαμε τους δυο ξένοιαστους φοιτητές που μετακόμιζαν χαλαρά και ωραία. Η βιασύνη και η ανάγκη να το παίζουμε ξένοιαστοι ανταγωνίζονταν συνέχεια η μια την άλλη καθώς ανεβοκατεβαίναμε, με βαλίτσες και πακέτα και κούτες, από το ημιυπόγειο στο αυτοκίνητο. Κάποια στιγμή μπήκε ένας παππούλης, στάθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας και μας είπε: 


Ο Σταύρος Τσακυράκης, την εποχή που «φοβόταν πως έχουν σταμπάρει την γιάφκα της οργάνωσης». Ο Απ. Δοξιάδης πρώτη φορά άκουγε τη λέξη «γιάφκα».

«Φεύγετε, παιδιά μου;». 

Ο Σταύρος τού απάντησε με ένα «ναι, δυστυχώς, μας αυξήσανε το νοίκι». 

«Μα πώς;» είπε ο παππούλης απορημένος. «Αφού είναι της κόρης μου το διαμέρισμα, δεν μου είπε ότι σας το αύξησε. Θα της πω να μην το κάνει. Να μείνετε». 

Κάπως τα μπουρδουκλώσαμε, αλλά μόλις βγήκαμε στο πεζοδρόμιο μας έπιασε νευρικό γέλιο, τόσο πολύ που του Σταύρου τού έπεσε μια κούτα και απλώθηκαν στο πεζοδρόμιο πολυγραφημένα φυλλάδια, με τα σφυροδρέπανα φάτσα φόρα. Ευτυχώς δεν πέρναγε κανείς εκείνη την ώρα. Τα παραχώσαμε πρόχειρα στην κούτα και τη βάλαμε κι αυτή στο αυτοκίνητο. Το νευρικό γέλιο όμως μας ξανάπιασε, και όλο και ξαναερχόταν, απρόσκλητο, οπότε σε όλη την υπόλοιπη μετακόμιση εναλλάσσονταν συνεχώς η αγωνία και το γέλιο. […] Ο Σταύρος κατέβηκε μια φορά ακόμα, για να τσεκάρει ότι τα είχαμε πάρει όλα, και μετά γύρισε με κάτι χαρτιά που είχαν σκορπίσει εδώ κι εκεί. Τα παράχωσε κι αυτά σε μια κούτα, κρατώντας στο χέρι ένα ντοσιέ μόνο, και μου είπε να ξεκινήσουμε.

Αν και με ένα αυτοκίνητο γεμάτο υλικό που κάθε φύλλο του θα οδηγούσε απευθείας στη σύλληψή μας, γυρίσαμε προς το κέντρο πολύ πιο άνετοι, λες και ο κίνδυνος είχε παρέλθει εντελώς. Ο Σταύρος μού είπε ότι, ευτυχώς, η γιάφκα ήταν νοικιασμένη με ψεύτικα στοιχεία, οπότε, άπαξ και την αδειάσαμε, με το τελευταίο νοίκι πληρωμένο, ούτε η «κωλόγρια» ούτε ο φιλάνθρωπος παππούλης αποτελούσαν κίνδυνο. Μου είπε να κατευθυνθώ πάλι προς την Κυψέλη και, φτάνοντας, μου έδωσε οδηγίες να τον αφήσω σε ένα άλλο σημείο από εκεί όπου τον είχα πάρει. Πήγα να παρκάρω, γιατί πίστευα ότι θα ξεφορτώναμε, αλλά εκείνος μου είπε ότι απλώς θα κατέβαινε και εγώ θα έφευγα. 

«Και το υλικό;» απόρησα.

«Πρέπει να το πάρεις εσύ», μου είπε. «Εχεις κάπου να το βάλεις, ε;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ