ΒΙΒΛΙΟ

Παλαμάς με σημαίες και με ταμπούρλα;

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Ανθολόγηση - πρόλογος: Κώστας Χατζηαντωνίου, εκδ. Κέδρος, σελ. 474

«Τ​​​​ώρα που η κόπωση και το αδιέξοδο των μεταπολεμικών ποιητικών τρόπων είναι πασίδηλες αλήθειες, είναι καιρός ίσως να γνωρίσουμε ξανά τον σοφό δάσκαλο του ποιητικού λόγου που τραγούδησε τα ζωντανά εθνικά ιδανικά». Μολονότι ο βραβευμένος συγγραφέας και δοκιμιογράφος Κώστας Χατζηαντωνίου δεν εξηγεί πραγματικά τον τρόπο που εργάστηκε για να επιλέξει αυτά, και όχι άλλα, από τα ποιήματα του Κωστή Παλαμά στην υπό συζήτηση πρόσφατη (κυκλοφόρησε το 2018) ανθολογία του –ή και ακριβώς γι’ αυτό– δικαιούμαστε, μάλλον, να αναζητήσουμε στην πιο πάνω φράση από τον πρόλογό του έναν μίτο για να την προσεγγίσουμε. Τα 163, λοιπόν, παλαμικά ποιήματα (είναι τόσα αν λάβουμε υπ’ όψιν τους τίτλους στα περιεχόμενα, κάποιοι από αυτούς, ωστόσο, επιγράφουν στην πραγματικότητα συλλογές περισσότερων ποιημάτων) που προτείνει στο σημερινό αναγνωστικό κοινό ο Χατζηαντωνίου μπορούν να αποτελέσουν αντίδοτο στην αδιαμφισβήτητη, κατά τον ανθολόγο, κρίση της μεταπολεμικής ποίησης (της ποίησης, δηλαδή, των τελευταίων περίπου 75 ετών). Και θα το καταφέρουν χάρη και στην ιδιαίτερη ποιότητα του εθνικού τους χαρακτήρα.

Σε μιαν εποχή που η ποίηση (αυτό στ’ αλήθεια είναι πασίδηλο!) διαβάζεται ολοένα και λιγότερο –επιμέρους αναλαμπές και ένα πρόσκαιρο, επιφανειακό λίγο - πολύ ενδιαφέρον των ΜΜΕ δεν αλλάζουν τη μεγάλη εικόνα– ο Παλαμάς, ειδικά, μολονότι δεν έπαψε ποτέ ούτε των γραμματολόγων το ενδιαφέρον να τραβά ούτε των «μυημένων», κινδυνεύει ακόμη περισσότερο να πέσει στην αφάνεια από ό,τι συμβαίνει με τους άλλους μεγάλους Ελληνες και Ελληνίδες της ποίησης. Η γλώσσα, το ύφος, σε μεγάλο βαθμό ο τόνος, αλλά και ο χειμαρρώδης χαρακτήρας αυτής της ποίησης, που επιφορτίζει τον αναγνώστη με το απαραίτητο ξεσκαρτάρισμα και το καταστάλαγμα, δεν την ευνοούν σε αυτούς τους έτσι κι αλλιώς δύσκολους καιρούς.

Η λειτουργία της ανθολόγησης είναι, λοιπόν, κομβική για τον ποιητή αυτόν, περισσότερο από ό,τι για οποιονδήποτε άλλον. Και ενώ μόλις ξεκίνησε, ελπιδοφόρα, η συστηματική και πλήρης έκδοση των Απάντων του, που θα αποτελέσουν τη βάση για νέες αναγνώσεις και ανθολογήσεις, διαθέτουμε ήδη δύο σχετικά νέες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ανθολογικές προσεγγίσεις που αλληλοσυμπληρώνονται και συστήνουν με συνέπεια και ευαισθησία τον αγαπημένο Παλαμά στο σήμερα. Αφενός ο επιφανής γραμματολόγος - παλαμιστής Κασίνης (Πατάκης, 2004), αφετέρου ο φλογερός ποιητής Λάγιος (Ερμής, 2001) ανατέμνουν και ανθολογούν, με γνώση και συγκίνηση, προσφέροντας δύο πολύτιμα βιβλία που, άλλωστε, ανατυπώνονται και βρίσκονται διαρκώς σε κυκλοφορία από την εποχή της πρώτης έκδοσής τους.

Το εγχείρημα, τώρα, του Χατζηαντωνίου είναι πρόδηλα μαχητικό. Δεν λέει «δείτε ξανά τον Παλαμά», δεν λέει καν «δείτε τον Παλαμά έτσι και όχι αλλιώς» παρά λέει «δείτε τον Παλαμά για να». Επικαλείται αμιγώς εξωποιητικούς στόχους – δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο, ότι στην εισαγωγή του εξαίρει το μελέτημα του κομμουνιστή Νίκου Ζαχαριάδη για τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου». Στο ίδιο παλαμικό έργο, θυμίζουμε, ο Κ.Θ. Δημαράς πρότεινε (αντίθετα) να δούμε «το δράμα του ποιητή» και μάλιστα «πίσω από τον μύθο και πριν από τον λόγο». Σε καιρούς αραίωσης του ενδιαφέροντος για την ποίηση και για τον Παλαμά, η ανθολογία του Χατζηαντωνίου, όσο κι αν δεν συμμερίζεται κανείς την οπτική του, αποτελεί, πάντως, τεκμήριο πίστης στην πρακτική δύναμη του ποιητικού λόγου. Είπα «ποιητικού»; Στη φράση του ανθολόγου που αρχικά παρέθεσα, ο Παλαμάς «τραγούδησε» («τα ζωντανά εθνικά ιδανικά»). Ενας (γραπτός) στίχος δεν κινητοποιεί, όπως πλέον γνωρίζουμε, τις μάζες· μήπως λοιπόν το τραγούδι (όχι η ποίηση) θα τα κατάφερνε καλύτερα; Για όποιον, βέβαια, επιμένει να ονειρεύεται ακόμα κάτι τέτοιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ