ΜΟΥΣΙΚΗ

Η μουσική γεννήθηκε στη Ριζούπολη....

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Αρχές δεκαετίας 1930, ο πρεσαδόρος Κώστας Προύσαλης εν ώρα εργασίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα βιβλία που κυκλοφορούν γύρω από το ελληνικό τραγούδι τις περισσότερες φορές εστιάζουν σε περιστατικά με γνωστούς συνθέτες και τραγουδιστές. Oμως το βιβλίο του Δημήτρη Φεργάδη «Με αφορμή την Columbia. Η βιομηχανία της δισκογραφίας στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα» (εκδόσεις ΚΨΜ) επικεντρώνεται στην ιστορία της δισκογραφίας στη χώρα μας, στους κλυδωνισμούς και στις μεταλλάξεις της. Από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του εργοστασίου και έπειτα την περίοδο της ακμής, τις τεχνολογικές εξελίξεις που ακολούθησαν μέχρι την απαξίωση του δίσκου.

Οι άνθρωποι, η παραγωγή

Ανθρωπος της δισκογραφίας και ο ίδιος ο Φεργάδης, ο οποίος ξεκίνησε από βοηθός πρεσαδόρου στη Ριζούπολη (σήμερα Περισσός), τέλη της δεκαετίας του ’50 στο εργοστάσιο παραγωγής πλακών γραμμοφώνου, και εξελίχθηκε σε διευθυντικό στέλεχος της Columbia και από το 1991 της Minos-EMI, στο 382 σελίδων βιβλίο του καταγράφει τα στάδια παραγωγής και πωλήσεων, το καθεστώς λειτουργίας, τους ανθρώπους που εργάστηκαν εκεί, τις ειδικότητες, τις εκάστοτε εξελίξεις στη δισκογραφία. Ξεκινώντας από την εποχή που «οι δίσκοι έβγαιναν ακόμη χειροποίητοι και τα ζεϊμπέκικα δεν διδάσκονταν στα χοροδιδασκαλεία».


Ο Δημήτρης Φεργάδης στο εκτός λειτουργίας ιστορικό εργοστάσιο. 

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Οι αφοί Λαμπρόπουλοι και η πολυεθνική Columbia-ΕΜΙ «θα ήταν από τους πρώτους και μεγαλύτερους παίκτες που για δεκαετίες θα μονοπωλούσαν –μαχαίρι, πεπόνι, στα ίδια χέρια– και θα καθόριζαν, με την ηχηρή ή λιγότερο ηχηρή παρέμβασή τους, τους ήχους και τα μουσικά πράγματα της Ελλάδας», σημειώνει ο Δ. Φεργάδης.

Το πρώτο εργοστάσιο δίσκων στην Ελλάδα έγινε το 1930 στην οδό Ηρακλείου 127, με 40-50 εργαζομένους. Διευθύνων σύμβουλος, ο Θεμιστοκλής Λαμπρόπουλος. Το 1936 ακολούθησε το πρώτο στούντιο σε Ελλάδα και Βαλκάνια και το τρίτο στην Ευρώπη. Με την επίταξη του εργοστασίου από τους Γερμανούς στην Κατοχή, το προσωπικό μειώθηκε, ενώ στην απελευθέρωση επανήλθε στους αριθμούς του 1930. Τη δεκαετία του ’50 οι εργαζόμενοι υπερδιπλασιάστηκαν και ήταν εκεί γύρω στο 1962 με την απομάκρυνση του δίσκου 78 στροφών από την αγορά –πριν ακόμη γίνουν δημοφιλή τα 45άρια– όταν η αγωνία για πιθανές απολύσεις κορυφώθηκε. Αλλά σαν κυκλοφόρησε ο Απόστολος Καλδάρας το «Οσο αξίζεις εσύ» με τον Μανώλη Αγγελόπουλο, «έβαλε τις πρέσες για μήνες να δουλεύουν στο φουλ», θυμάται ο συγγραφέας.


Ο Βασίλης Τσιτσάνης (αριστερά), ο Γιάννης Καραμπεσίνης, ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, η Πόλυ Πάνου, ο Νίκος Κανελλόπουλος, ο Πίτερ Λόκγουντ.

Οι συνθήκες εργασίας ήταν κοντά στις αντίστοιχες των εργαζομένων στο Χέις της Αγγλίας και οι μισθοί 10% ψηλότερα από τη συλλογική σύμβαση. Κάθε Οκτώβριο παρεχόταν επίδομα θέρμανσης και στις δύσκολες περιόδους βοηθήματα και συσσίτια. Γάλα έδιναν σε όσους δούλευαν σε ανθυγιεινούς χώρους και δεκατιανό σε όλους τους εργαζομένους. Στα 25 χρόνια εργασίας η επιβράβευση μέχρι το 1980 ήταν «χρυσούν ωρολόγιον». Το μέσο μεροκάματο στην αγορά το 1930 ανερχόταν σε 50-70 δρχ., αλλά η Columbia έδινε 80-100 δρχ. Η λιανική τιμή του δίσκου ήταν 85-100 δρχ., ενώ μία οκά λάδι κόστιζε 30-40 δρχ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, το μεροκάματο στην εταιρεία κυμαινόνταν από 120 έως 140 δρχ. Τόσο κόστιζε και ένα LP, ενώ ένα κιλό λάδι 25-30 δρχ.

Ως σύμβουλοι «εκδόσεων» τα πρώτα χρόνια χρησιμοποιήθηκαν οι: Παναγιώτης Τούντας, Σπύρος Περιστέρης, Βασίλης Τσιτσάνης, Απόστολος Καλδάρας, Μανώλης Χιώτης κ.ά., αλλά και ο πρώτος επαγγελματίας εξω-καλλιτεχνικός μουσικός παραγωγός, ο Νίκανδρος Μηλιόπουλος. Ο Δ. Φεργάδης αναλύει όλες τις ειδικότητες, αναφέρεται σε μάστορες, ηχολήπτες, θυρωρούς, αλλά και στους διευθυντές της Columbia μέχρι το κλείσιμό της. Ακόμη και σε σκοτεινές πλευρές. Οπως όταν ανακάλυψε ο Θεμιστοκλής Λαμπρόπουλος ότι «το κόστος για την εκτύπωση φακέλων ανήλθε σε δεκαπλάσια τιμή “της παρ’ αυτού ευρεθείσας προσφοράς”».


Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Κοκκινόπουλος, ο Γιάννης Καραμπεσίνης και η Πόλυ Πάνου.

Στην Ελλάδα ακολούθησαν δύο ακόμη εργοστάσια, η Fabel και η GPI. Η πρώτη ιδρύθηκε το 1974 με ημερήσια παραγωγή 8.000 δίσκους για τις ανάγκες της Minos και άλλων εταιρειών και έκλεισε το 2012. Η GPI ήταν ιδιοκτησίας της Polygram με μηνιαία παραγωγή 125.000 δίσκους, εξυπηρετούσε επίσης τις Philips, Polydor, Fidelity, Lyra, Warner και το 1995 πουλήθηκε στην Digital Press Hellas.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κεφάλαιο για τις δισκογραφικές εταιρείες, τους έμπορους της μουσικής. «Ανατροπέας, αναμορφωτής, τολμητίας, διορατικός, πρωτότυπος; Ή απλά έμπορος;». Χάρη σε αυτόν, μάθαμε τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, τον Μητσάκη, τον Καλδάρα, την Ευτυχία, τον Βίρβο… αλλά και τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο, τον Μούτση, τον Κηλαηδόνη, σημειώνει ο Δ. Φεργάδης για τον Τάκη Β. Λαμπρόπουλο. Υπάρχουν όμως και πορτρέτα του Μίνωα Μάτσα και του γιου του Μάκη, του αιρετικού Αλέκου Πατσιφά της «Λύρα», του Μάρτεν και της Μαρίκα Γκεσάρ της Music Box, του Γιώργου Ορφανίδη της RCA, του Νίκου Αντύπα της Polygram, του Αντώνη Πλωμερίτη της Athenee Melody, του Πάνου και του Γιάννη Γαβαλά της Sonata, των αδερφών Αεράκη, του Νίκου Κούρτη της FM Records κ.ά. Καταγράφονται επίσης οι αλλαγές που σημειώθηκαν στη δισκογραφία μετά την πώληση της Columbia 50% το 1969 και 50% το 1977.


Πειραιάς τη δεκαετία του 1930, το πρώτο εργοστάσιο δίσκων είναι γεγονός. Το δισκάδικο του Θεοφανίδη ήταν το πληρέστερο της εποχής.

Στις καλές εποχές τα δισκάδικα έφθαναν περίπου τα 3.000 σε όλη την Ελλάδα και αναλογούσε «ανά 3.500 κατοίκους και ένα δισκάδικο». Επειτα ήρθαν οι αλυσίδες Metropolis, Virgin Megastores και ο Θεσσαλονικιός Πάτσης. Ομως οι νέες τεχνολογίες, η παγκοσμιοποίηση, τα premium, το Διαδίκτυο, η πειρατεία προκάλεσαν τον «θάνατο του δισκοπώλη».

Καντάφι σε κασέτες

Το εργοστάσιο της Ριζούπολης για δεκαετίες ήταν το μοναδικό καλά οργανωμένο στην Ελλάδα καλύπτοντας την εγχώρια αγορά αλλά και τις ανάγκες του Λιβάνου, της Αιγύπτου, της Συρίας, της Λιβύης, της Τυνησίας, του Μαρόκου. Ηταν ένα από τα «σημαντικότερα κέντρα παραγωγής, διανομής και, ασφαλώς, διάδοσης ανά τον κόσμο των αραβόφωνων μουσικών φορέων ήχου». Μάλιστα, το 1981 η Λιβύη ήταν ο μεγαλύτερος πελάτης της Columbia. Από τη μια το Κοράνι και από την άλλη οι λόγοι του Καντάφι. Τη χρονιά εκείνη ζητήθηκε παραγωγή 800.000 κασετών που στάλθηκαν για το Ραμαζάνι σε χρόνο-ρεκόρ. Ωστόσο, η Λαϊκή Τζαμαχιρία ζήτησε διακοπή της συνεργασίας όταν βρέθηκαν κασέτες χωρίς διάγγελμα και, το χειρότερο, με περίεργους ήχους γυναικείων βογγητών. Βλέπετε, την ίδια εποχή ετοιμαζόταν και η παραγγελία για το σάουντρακ «Erotique»!

Τελευταία εκτύπωση σε πρέσα ήταν το 1991 και ο δίσκος που τυπώθηκε δόθηκε στους 117 εργαζομένους με την αποζημίωσή τους. Και να σκεφτεί κανείς ότι το 1977 κατείχε την 75η θέση των εξαγωγικών επιχειρήσεων της Ελλάδας με εξαγωγές 5.000.000 δολαρίων. Το 1999, η ΕΜΙ πουλάει το εργοστασιακό συγκρότημα στην κατασκευαστική Marmin, συμφερόντων της οικογενείας Μάτσα. Οσοι έζησαν τον μύθο της Columbia είδαν τα κτίρια της να γκρεμίζονται το 2006 επί υπουργίας Γ. Βουλγαράκη, με άδεια του ΚΣΝΜ. Οσο για την ίδρυση μουσείου δισκογραφίας, έμεινε μία ακόμη υπόσχεση…

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ