ΒΙΒΛΙΟ

Οψιμος, βαρύς και θαυμαστός Τσέλαν

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

PAUL CELAN
Καμπή πνοής
μτφρ. Μιχάλης Καρδαμίτσης
εκδ. Κίχλη, σελ. 249

Ο​​σοι τόμοι μελέτης κι αν περιβάλλουν ένα ποίημα, δεν αρκούν για να το δικαιώσουν αν δεν μπορεί αυτό να σταθεί γυμνό, να λειτουργήσει «από μόνο του», έστω και για έναν μοναδικό αναγνώστη. Αν εξαιρέσουμε, τώρα, τη διάσημη αλλά πρώιμη «Φούγκα του θανάτου», το γνωστότερο ποίημα του Πάουλ Τσέλαν (1920-1970), του γερμανόφωνου Εβραίου από την Μπουκοβίνα (τότε Ρουμανία, σήμερα Ουκρανία) που βίωσε τα ναζιστικά στρατόπεδα, έχασε σε αυτά τους γονείς του, ανανέωσε σε βάθος τη γερμανόφωνη μεταπολεμική ποίηση, τιμήθηκε με τη μεγαλύτερη γερμανική λογοτεχνική διάκριση, έζησε στο Παρίσι και αυτοκτόνησε στον Σηκουάνα· αν βάλουμε στην άκρη τον μύθο που σχετίζεται με αυτά τα ιστορικά-βιογραφικά δεδομένα· αν δεν επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο ενδιαφέρον και την αγάπη που έδειξαν μεγάλοι στοχαστές (Ντεριντά, Στάινερ κ.ά.) για την ποίησή του· αν τα κάνουμε όλα αυτά, θα βρεθούμε απέναντι στο πλούσιο σε έκταση και εντυπωσιακό ως προς το εντελώς ξεχωριστό του ύφος αλλά οπωσδήποτε ερμητικό, βαρύ και δύσκολο, ακόμη και για τον ασκημένο αναγνώστη ώριμο έργο του. Ο βαθμός δυσκολίας της μετάφρασης αυτού του ποιητή είναι, λοιπόν, ευθέως ανάλογος της δυσκολίας του πρωτοτύπου.

Ο ίδιος ο Τσέλαν αρνιόταν να παράσχει ερμηνευτική βοήθεια. Σύστηνε να τον διαβάζει κανείς ξανά και ξανά, και να χρησιμοποιεί λεξικό για να τον καταλάβει. Η υπομονετική, επαναλαμβανόμενη ανάγνωση του ίδιου ποιήματος, το άγιο «ξανά και ξανά», καθώς και η χρήση του λεξικού είναι, κατά τη γνώμη μου, πράγματι άριστη συμβουλή για επίδοξους αναγνώστες, και όχι μόνον του Τσέλαν. Θα πρόσθετα: να διαβάζει κανείς φωναχτά, να οικειοποιείται το ποίημα μελωδικά και ρυθμικά, με το σώμα. Η συλλογή ποιημάτων «Atemwende», η πρώτη, σημειωτέον, από τις συλλογές του που εκδόθηκε από τον μεγάλο γερμανικό οίκο Surhkamp (1967), και που ο μεταφραστής Μιχάλης Καρδαμίτσης αποδίδει ως «Καμπή πνοής», περιέχει ποιήματα που και στην ελληνική τους απόδοση θα διατηρήσουν τεταμένη την προσοχή και θα συγκινήσουν. Οι αναγκαίοι νεολογισμοί («ερημοπολώντας ανάμεσα σε νύχτες», «αλεξώνειρες βάρκες»)στους οποίους προβαίνει ο μεταφραστής για να ανταποκριθεί στους αντίστοιχους του Τσέλαν είναι ευρηματικοί και καλά συγκερασμένοι. Λιγότερο πείθει η –κατά σημεία μόνον– επιλογή ενός μάλλον εξεζητημένου λεξιλογίου (φαιό, όθε, άναντα, κάταντα, λιγνύς, κυβεία).

Ο Τσέλαν ένιωθε περήφανος για την κατορθωμένη πυκνότητα των ποιημάτων αυτών. Τα θεματικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά της ποίησής του φθάνουν, πράγματι, εδώ σε ωριμότητα και ακμή, με τον οριακό, βέβαια, τον ακραίο τρόπο του. Θα πρότεινα ως αναγκαίες προϋποθέσεις ανάγνωσης τρία σημεία, βασιζόμενη και σε επισημάνσεις που έκανε ο ίδιος ο ποιητής στη διάσημη ομιλία του κατά την απονομή του βραβείου Μπίχνερ (1960): πρώτον, ότι –κατά τον Τσέλαν– τίθενται όλα υπό ερώτηση από τη σημερινή ποίηση, εφόσον θέλει αυτή να συνεχίσει· δεύτερον, ότι συναισθάνεται κανείς την ισχυρή ροπή του τσελανικού ποιήματος προς τη σιωπή· τρίτον, ότι αντιλαμβάνεται κανείς τη σιωπή αυτή διττά, όχι μονάχα ως θάνατο αλλά και ως επιστροφή στον οίκο, στη μήτρα.

Είναι σεβαστή, μολονότι υπερβολικά τολμηρή, η επιλογή να δοθούν τα μεταφρασμένα αυτά ποιήματα στο ελληνόφωνο κοινό δίχως καθόλου πραγματολογική-ερμηνευτική βοήθεια, όπως συμβαίνει στην υπό συζήτηση έκδοση της Κίχλης. Δεν είναι, όμως, διαφορετική η πρόσβαση σε έναν ποιητή και σε ένα ποίημα μέσα στα συμφραζόμενα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της γλώσσας του και της εποχής του, από ό,τι, εν προκειμένω, σε μιαν άλλη γλώσσα, μισόν αιώνα μάλιστα μετά τον θάνατό του;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ