ΠΟΛΗ

Τα δύο σπίτια της Μπενιζέλου Παλαιολόγου, στη σκιά της Μητρόπολης

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στην οδό Μπενιζέλου Παλαιολόγου, που οδηγεί στη Μητρόπολη, σώζονται νεοκλασικές προσόψεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μερικές φορές σκέφτομαι πώς θα ήταν να ξεναγούσα έναν παλιό Αθηναίο στη σύγχρονη Αθήνα. Να περπατούσαμε προσεκτικά και αργά, γιατί η κίνηση των οχημάτων μπορεί να τον φόβιζε, αλλά και για να του δώσω διακριτικά τον χρόνο να ρουφήξει όλες τις εικόνες που θα του ζάλιζαν τις αισθήσεις. Θα ήθελα να έχω μαζί μου έναν Αθηναίο του 1910, που θα είχε το σπίτι του στην καρδιά της Αθήνας και που θα μπορούσε και εκείνος, με τη σειρά του, να με ξεναγήσει στη δική του καθημερινότητα.

Στην οδό Μπενιζέλου Παλαιολόγου, τον ωραίο δρόμο που οδηγεί στη Μητρόπολη και στην Παναγία Γοργοεπήκοο, προσέχω τα δύο σπίτια αριστερά προς την απόληξη του δρόμου. Φαντάζομαι ότι εκεί θα κατοικούσε ο συνοδοιπόρος μου, ο Αθηναίος του 1910, και ότι από εκεί θα ζούσε τον παλμό της αληθινής Αθήνας. Τα σπίτια αυτά έχουν πλέον εκείνη την όψη που μαρτυρεί κόπωση. Κάποτε θα είχαν φωτεινά δωμάτια στους ορόφους για κατοικία, αλλά πλέον μοιάζουν με αποθήκες και μόνο τα ισόγεια λειτουργούν με καταστήματα. Πόσο θα πλήγωνε τον Αθηναίο του 1910 να έβλεπε το σπίτι του κλειστό. «Είσαι τυχερός», θα του έλεγα. «Μπορείς ακόμη να πιάσεις τους τοίχους». Οπως και έκανα, γιατί η σχέση με τα κτίρια δεν περιορίζεται στη θέαση και στη σκέψη. Η αφή ορίζει και έναν τρόπο βιώματος.

Στην Μπενιζέλου Παλαιολόγου, αυτά τα δύο σπίτια αριστερά είναι από τα ελάχιστα που σώζονται. Και ακριβώς απέναντι, στη δεξιά απόληξη του δρόμου προς τη Μητρόπολη, εκεί όπου βρίσκονται δύο άχαρα κτίρια της δεκαετίας του ’70, υπήρχαν αντίστοιχα νεοκλασικά και το αναφέρω με συγκεκριμένη μνήμη, καθώς φέρνω στον νου ένα ωραίο δημοσίευμα του «Τήλεφου», της ιστορικής στήλης της Ελένης Μπίστικα στην «Καθημερινή», όπου είχε δημοσιευθεί το «πριν» και το «μετά». Ηταν οι απέναντι γείτονες, που αν δεν είχαν σωριαστεί, ο Αθηναίος του 1910 θα τους είχε αναγνωρίσει.

Τα δύο σπίτια που σώζονται αριστερά διεκδικούν το βλέμμα μου. Εχουν προσόψεις ευγενείς, από εκείνη την ξεχασμένη γενιά των μαστόρων που έχτιζαν κάποτε την Αθήνα. Τα σχέδια ήταν λίγο-πολύ κοινά... μαγαζιά κάτω, κατοικία πάνω, ξύλινη σκάλα με το που άνοιγες την εξώπορτα, μια μικρή αυλή πίσω. Οι κάμαρες φωτεινές, οι συνθήκες απλές. Αλλά, να που πάντα υπήρχε χώρος για την καλλιτεχνία. Κάποια ταβάνια ήταν ζωγραφιστά, οι μπαλκονόπορτες άνοιγαν σε εξώστες με περίτεχνα κάγκελα και μαρμάρινα φουρούσια. Παρατηρώ τα κάγκελα. Το πρώτο από τα σπίτια, το διώροφο, έχει κάγκελα με γεωμετρημένους μαιάνδρους, που θυμίζουν τα σχέδια του πρώιμου κλασικισμού. Αν σηκώσω λίγο το βλέμμα θα δω από πάνω τις παραστάδες με τα κορινθιακά επίκρανα και τα γύψινα «δάκρυα», σαν μια μοναχική πλεξούδα Ατθίδος κόρης, να κατρακυλούν στον σοβά.

Αυτή η μαστοριά μού έσφιγγε τον λαιμό. Κάθε σπίτι, διαφορετικό. Θα ρωτούσα τον Αθηναίο του 1910, αν έμενε σε αυτό το σπίτι ή στο διπλανό, το πιο μεγάλο, που είναι και γωνιακό και που δείχνει πιο ψηλό ακόμη με την προσθήκη που πήρε. Κοίταξα πάλι αυτό το γωνιακό σπίτι με το πατημένο κίτρινο χρώμα και τα φρύδια πάνω από τα παράθυρα του πρώτου ορόφου. Εκεί, τα μπαλκόνια δείχνουν τις σιδεριές τους, σκουριασμένες, αλλά εξόχου κάλλους, θύσανοι μεταλλικοί από έλικες και φυλλώματα.

Αυτά τα δύο σπίτια της Μπενιζέλου Παλαιολόγου θα συγκινούσαν πολύ τον Αθηναίο του 1910, αν δεν ήταν τόσο απορροφημένος από την Αθήνα του 2019. Θα τον άφηνα να περιπλανηθεί μαγεμένος και θα ήταν σαν και εγώ να είχα κάποιον ξεναγό στην Αθήνα του 2128. Ξαναβλέπω τα σπίτια αυτά, που η μοίρα της Αθήνας τα έκανε πλέον ξεχωριστά, αν και αφημένα στη δίνη του χρόνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη