ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Ο Συμεών Τσομώκος δεν συνηθίζει να προβάλλει τον εαυτό του. Προτιμάει να μιλάει μέσω της σταδιοδρομίας του, η οποία, μετά  σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

Δεν μιλάει λοιπόν συχνά στα μέσα ενημέρωσης – αποφάσισε όμως να κάνει την εξαίρεση για την «Κ» και έτσι βρισκόμαστε, μια απαστράπτουσα απριλιάτικη μέρα με αέρα, στο εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη στη Βασιλίσσης Σοφίας. Καθόμαστε στη βεράντα, για να έχουμε περισσότερη ησυχία.

Ο κ. Τσομώκος χαιρετά γνωστούς, συνομιλεί με τη διεύθυνση του εστιατορίου, τον σερβιτόρο, τον φωτογράφο μας. Παρότι τυπικά είναι προσκεκλημένος της «Κ», στην πράξη εκτελεί χρέη οικοδεσπότη. Μιλάει χαμηλόφωνα, σαν να μοιράζεται με τον συνομιλητή του για πρώτη φορά τα ενδόμυχα μυστικά του. Πασπαλίζει τoν λόγο του με φράσεις όπως «δεν σου κρύβω» και «για να είμαι ειλικρινής».

Η εταιρεία του, η SGT (Symeon G. Tsomokos), δραστηριοποιείται από το 1997 στη διοργάνωση συνεδρίων και στις δημόσιες σχέσεις, στην Ελλάδα, στη Σερβία και –τα τελευταία τρία χρόνια– στις Βρυξέλλες. Την ξεκίνησε μετά μακρά θητεία στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο, έχοντας προηγουμένως απορρίψει πρόταση του –υπουργού Βιομηχανίας τότε– Κώστα Σημίτη να αναλάβει διευθύνων σύμβουλος στη ΔΕΠΑ. Από τους πρώτους του πελάτες ήταν η Lockheed Martin.

Το βήμα προς τη Σερβία

Η κουβέντα μας ξεκινάει από το σερβικό μέτωπο – το άνοιγμα του οποίου μου περιγράφει. «Συνεργαζόμουν τότε με μια εταιρεία που έκανε εκθέσεις. Εφτασα λοιπόν στο Βελιγράδι, που τότε έμοιαζε με ελληνικό χωριό, στις 28 Οκτωβρίου του 2000, δύο εβδομάδες μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς. Ηταν βράδυ, οπότε πήγα με ένα ταξί στο τότε Intercontinental και το πρωί ήμουν μόνος στο πρωινό, σε μια τεράστια αίθουσα».

Η έκθεση που σχεδίαζε με τους Σέρβους συνεργάτες του –για την ανοικοδόμηση της Σερβίας και του Μαυροβουνίου– δεν προχώρησε. «Αντ’ αυτού, σκέφθηκα, γιατί να μην κάνουμε ένα συνέδριο; Το συζήτησα λοιπόν με τον συγχωρεμένο τον Ζόραν Τζίντζιτς, που ήταν τότε πρωθυπουργός, αμέσως δέχθηκε, και το συνέδριο έλαβε χώρα τον επόμενο Μάιο, το 2001. Φέτος τον Οκτώβριο κάνουμε το 19ο!». Το συνέδριο, με τίτλο Economic Summit of Serbia, όπως μου λέει με συνεσταλμένη περηφάνια, τιμούν πάντα με την παρουσία τους οι εκάστοτε πρωθυπουργοί της χώρας.

Σημειώνει ότι είναι το «δεύτερο μεγαλύτερο» συνέδριο πολιτικοοικονομικού περιεχομένου στη γειτονική χώρα – το μεγαλύτερο είναι αυτό που γίνεται κάθε Μάρτιο στο θέρετρο του Κοπαόνικ. Από αυτή την εκδήλωση, παραδέχεται, εμπνεύστηκε για να στήσει το Φόρουμ των Δελφών. 
«Με τους Δελφούς ήθελα να φτιάξω κάτι που θα γίνει θεσμός, που θα είναι αυτό που θα αφήσω πίσω», λέει. Παραδέχεται ότι τον έχει εκπλήξει πολύ η ταχύτητα με την οποία γιγαντώθηκε το συνέδριο, αναφέροντας μάλιστα ότι «θα προτιμούσα να είχε πάει λίγο πιο αργά, ώστε να αντιμετωπίσουμε διάφορα προβλήματα μεγάλα που έχουν ανακύψει, όπως στο θέμα υποδομών (το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και η διοίκηση του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, πάντως, «έχουν δείξει κατανόηση» για τις ανάγκες του συνεδρίου, τονίζει)».

Παρά τα προβλήματα αυτά, δείχνει να νιώθει δικαιωμένος από την επιλογή της τοποθεσίας. «Πολλοί ξένοι ομιλητές έρχονται και για τους Δελφούς – για να μη σου πω μόνο για τους Δελφούς. Θα σου πω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: πήγα να δω τον Μάρτιν Γουλφ στο γραφείο του στους Financial Times, για να τον καλέσω στο συνέδριο. Πήγαμε λοιπόν στο εστιατόριο της εφημερίδας και άρχισα να του εξηγώ τι ήθελα να κάνω. Με ρωτάει λοιπόν πού θα το κάνω, του λέω, και μου απαντάει κατευθείαν: “Θα έρθω. Αν το έκανες στην Αθήνα, δεν θα ’ρχόμουν”».

Η φιλοδοξία

Το φόρουμ έχει ήδη συμπληρώσει τέσσερα χρόνια ζωής. Η φιλοδοξία του κ. Τσομώκου, όπως λέει, είναι να καθιερωθεί ως μια εκδήλωση ευρωπαϊκού επιπέδου. Παρομοιάζει τη διοργάνωσή της με «στρατιωτική επιχείρηση». Φέτος, λέει, «φιλοξενήσαμε 850-900 άτομα, ενώ ήρθαν στο συνέδριο περίπου 3.200». Η ομάδα που χειρίζεται κάθε πτυχή του αυξανόμενου σύνθετου εγχειρήματος δεν ξεπερνάει τα 14-15 άτομα.

Μέρος του οράματός του για τους Δελφούς, λέει, είναι να γίνει ένα μέρος όπου πολιτικοί και αξιωματούχοι από αντίπαλα πολιτικά και ιδεολογικά στρατόπεδα θα μπορούν να συζητήσουν και να συνεννοηθούν για κάποια βασικά πράγματα.

«Δεν έχουμε συναίνεση σε τίποτα – και είναι κάτι που το πληρώσαμε ακριβά στην οικονομία. Στα πρώτα ένα-δύο χρόνια των Δελφών δεν είχαμε πολύ μεγάλη συμμετοχή από την κυβέρνηση, κι αυτό με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Θέλω να έρχονται  οι κορυφαίοι, ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης, να συνομιλούν και στο τέλος να μένει κάτι – δέκα προτάσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και να προχωρήσουν κάπως τα πράγματα». Το πρότυπό του, τονίζει, δεν είναι τόσο το Νταβός όσο το Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου.

Η συζήτηση στρέφεται στη νέα γενιά, που ο  κ. Τσομώκος θεωρεί ότι είναι πιο δεκτική στην αλλαγή σε σχέση με τους παλαιότερους. «Είναι όμως και θέμα παιδείας. Το θέμα αυτό πρέπει να το δούμε άμεσα, ώστε να αποδώσει καρπούς σε 15-20 χρόνια. Αλλά κι εκεί απαιτείται συναίνεση, που δεν βλέπω να υπάρχει – ούτε βλέπω προοπτική να υπάρξει».


«Δεν έχουμε συναίνεση σε τίποτα, είναι κάτι που το πληρώσαμε ακριβά στην οικονομία», λέει ο Συμεών Τσομώκος. INTIME NEWS/ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Από την προσφυγική Νέα Ερυθραία, στην αμερικανική πρεσβεία

Η αναφορά στην Παιδεία δεν είναι τυχαία: η ιστορία του κ. Τσομώκου είναι μία ιστορία ανάρρησης, με κομβικό σταθμό ένα εξαιρετικό σχολείο. Γεννήθηκε στη Νέα Ερυθραία όταν ήταν ακόμα προσφυγική γειτονιά, από πατέρα τσαγκάρη από το Βαθύ Ευβοίας και μητέρα με καταγωγή από τη Μικρά Ασία. Το 1963, κατόπιν εξετάσεων, έγινε δεκτός, στην Α΄ Γυμνασίου, στη Βαρβάκειο. «Ηταν μεγάλη τύχη για εμένα», λέει. «Ολα τα γράμματα που έμαθα στη ζωή μου, τα έμαθα εκεί». Θυμάται μάλιστα ότι η ιδέα να δώσει τις εξετάσεις δεν προήλθε από τους γονείς του –«δεν ήξεραν τι σημαίνει Βαρβάκειο»– αλλά από τη δασκάλα στο δημόσιο όπου πήγαινε δημοτικό στη Νέα Ερυθραία. «Εκείνη είχε τις γνώσεις και μας προέτρεψε, μαζί με δύο-τρεις άλλους συμμαθητές μου, να το δοκιμάσουμε». Τελικά μόνο εκείνος πέρασε.

Κοιτώντας πίσω, έχει μόνο τα καλύτερα λόγια να πει για το σχολείο. Εκμυστηρεύεται, όμως, ότι η εμπειρία της φοίτησης δεν ήταν η πιο εύκολη: «Ηταν μεγάλο άγχος. Η Βαρβάκειος δεν είχε μόνο μεσαία τάξη· είχε και φτωχά παιδιά. Αλλά τα περισσότερα είχαν ένα στάτους, ήταν καλύτερα προετοιμασμένα. Για εμένα ήταν ένα μικρό σοκ». 

Την πολιτικά θερμή δεκαετία του 1970, ο Τσομώκος σπουδάζει (λαμβάνει πτυχίο Οικονομικών από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1974 και Νομικής  το 1978), παντρεύεται και κάνει την πρώτη του κόρη. Παράλληλα, από το 1973, εργάζεται στο εμπορικό τμήμα της αμερικανικής πρεσβείας. Η επαφή, όπως αφηγείται, έγινε μέσω της μητέρας του, «η οποία για ένα διάστημα, πολύ δύσκολους καιρούς για την οικογένεια, δούλευε ως καθαρίστρια στην πρεσβεία». Εμεινε εκεί ώς το 1979, μία δουλειά «στην οποία έμαθα πάρα πολλά. Ηταν σαν ένα master, μία μεγάλη πρακτική. Εμαθα οργάνωση επιχειρηματικών αποστολών, οργάνωση εκθέσεων, εμπορική αλληλογραφία – πάρα πολλά».

Πώς βίωσε την αντίφαση μεταξύ της δικής του πορείας –ενός φοιτητή παντρεμένου με παιδί, εργαζόμενου στην πρεσβεία των ΗΠΑ– και του αντιαμερικανικού αναβρασμού που κυριαρχούσε τότε στον φοιτητικό κόσμο; «Είχαμε κι εμείς τις πολιτικές ευαισθησίες της περιόδου. Εγώ, ως εργαζόμενος και ως πατέρας, δεν μπορούσα να έχω ενεργό δράση, αλλά το ζήσαμε από πολύ κοντά όλο αυτό – είχα και καλούς φίλους από τη Βαρβάκειο που ήταν στο Πολυτεχνείο».

Στα τέλη του ’79, αρρώστησε ο γενικός διευθυντής του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου. Στη θέση του προσελήφθη ο κ. Τσομώκος. Το Επιμελητήριο, πριν το αναλάβει, ήταν ένας μάλλον οργανισμός σε λήθαργο. Ο νέος επικεφαλής του, εφαρμόζοντας όσα έμαθε στην πρεσβεία και βρίσκοντας στον Κώστα Σημίτη (όταν έγινε υπουργός Οικονομίας το ’85) έναν συνομιλητή που καταλάβαινε το όραμά του, έφερε έναν νέο αέρα. Το Επιμελητήριο, αλλά και ο ίδιος ο Τσομώκος, είχαν περάσει σε άλλη πίστα.

Η διασπορά

Ως βαθύς γνώστης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, ο Τσομώκος έχει εκπλαγεί με τη θεαματική βελτίωσή τους, ειδικά στην εποχή Τσίπρα. Παράλληλα, όμως, ανησυχεί για την εξασθένηση των επαφών με την ελληνική διασπορά στις ΗΠΑ. «Δυστυχώς, οι νέες γενιές είναι τελείως αποκομμένες από το ελληνικό στοιχείο. Είναι κάτι που είχα παρατηρήσει ήδη από την εποχή κατά την οποία κάναμε τις μεγάλες επιχειρηματικές αποστολές με το Επιμελητήριο». Ωστόσο, η αποτυχία της Ελλάδας να κινητοποιήσει τη διασπορά, ουσιωδώς κατά τη διάρκεια της κρίσης, οφείλεται κατά τη γνώμη του περισσότερο σε δικά μας λάθη: «Ελλειψη στρατηγικής, έλλειψη follow-up... Γίνονται αυτές οι μεγάλες επιχειρηματικές αποστολές, φωτογραφίζονται, και τελικά οι δουλειές γίνονται μεταξύ των μελών της αποστολής, όχι με τους Αμερικανούς. Το έχω ζήσει αρκετές φορές αυτό, είναι κλασική πρακτική». 

Η συνάντηση

Το γεύμα, στην ευρύχωρη βεράντα του Μουσείου Μπενάκη, κύλησε ομαλά. Μοιραστήκαμε μία φρέσκια σαλάτα και φάγαμε από ένα κύριο πιάτο ο καθένας, με την κουβέντα να ρέει. Στο τέλος, όμως, πυροδοτήθηκαν εντάσεις: ο καλεσμένος της «Κ», σε αντιστροφή των ρόλων, επέμεινε να πληρώσει. Αντιστάθηκα γενναία, έκανα χειρονομίες και γκριμάτσες αποδοκιμασίας· δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Αποδέχθηκα τελικά την ήττα μου με αξιοπρέπεια, γνωρίζοντας ότι είχα νικηθεί από έναν επαγγελματία οικοδεσπότη.  

Οι σταθμοί του

1950
Γεννιέται στην Αθήνα.

1963
Εισάγεται στη Βαρβάκειο.

1973
Ξεκινά να εργάζεται στο εμπορικό τμήμα της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα.

1980
Γίνεται διευθύνων σύμβουλος του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου.

1997
Ιδρύει την SGT, εταιρεία δημοσίων σχέσεων και διοργάνωσης εκδηλώσεων.

2001
Ιδρύει την εταιρεία TGI Group, με έδρα το Βελιγράδι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου.

2016
Διοργανώνει το πρώτο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

2017
Ανακηρύσσεται επίτιμος πρόξενος της Σερβίας στη Θεσσαλία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ