ΒΙΒΛΙΟ

«Τι φης, αφηγόμυαλε αγαπησιάρη;»

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΟΡΦΕΑΣ ΑΠΕΡΓΗΣ
Η γλώσσα τους
εκδ. Νεφέλη, σελ. 193


Παρά το σχήμα «τσέπης» που ξεγελά, η δεύτερη ποιητική συλλογή του Ορφέα Απέργη (γεν. 1974) είναι πληθωρική όπως και η πρώτη, τόσο ως προς τον αριθμό των ποιημάτων που περιλαμβάνει όσο και ως προς την έκταση αλλά και το περιεχόμενο. Από τα 72 άτιτλα αριθμημένα ποιήματα της συλλογής –σε αυτά αθροίζονται ακόμη 9 με τη μορφή υποσημείωσης– λιγότερα από τα μισά είναι ολιγόστιχα ή μονόστιχα. Τα πολύστιχα, όμως, τα πολυσέλιδα ποιήματά του φανερώνουν εδώ, όπως και στο πρώτο του βιβλίο («Υ», Πατάκης, 2011) τον ιδιαίτερο ποιητικό του χαρακτήρα.

Ο Απέργης ξεσπάει μέσα στη γλώσσα με ένα θερμό ταμπεραμέντο, από το οποίο δεν λείπει ούτε το χιούμορ (και ο αυτοσαρκασμός), ούτε η φιλοσοφική διάθεση, ούτε το επικό (αφηγηματικό, ηρωικό) στοιχείο, ούτε το λυρικό. Αυτό είναι κατόρθωμα. Μεγάλο μέρος της σύγχρονης ποίησης έχει προσεκτικά χαμηλώσει τον τόνο ή επιχειρεί καινοτομίες με μανία, έχοντας επίγνωση πως πλέον ελάχιστα «ακούγεται», ενώ υπάρχει και το κομμάτι εκείνο που ανεπίγνωστα, σχεδόν γραφικά, συνεχίζει σαν να μην τρέχει τίποτα. Και ο Απέργης; Στέκει στο σταυροδρόμι της ιστορικής στιγμής του με έναν τρόπο πολύ ξεχωριστό: γνωρίζει, και το δείχνει με χίλιους τρόπους, ότι οι καιροί είναι δύσκολοι, για την ποίηση και γενικώς.

Πιστεύει, ωστόσο, ότι το μέλλον της ανήκει: «Πάνω στην ανοιχτωσιά του μέλλοντος/ πάτησα/ για να γράψω» (από το καταστατικό ποίημα ΧΧΧVIII με υπότιτλο «η ηρωική αλυσίδα»). Και «Το μέλλον είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας:/ άνεμος, νερό, ήλιος ποίηση» (ποίημα της υποσημείωσης 10). Γι’ αυτό, γράφει εντέλει τα ποιήματα που του ταιριάζουν, άφοβα και ανενδοίαστα: είναι ένας ποιητής-προφήτης που δεν φοβάται, κατά σημεία, να επισκεφθεί το υψηλό («Γράψε σα να ’σουνα κανείς/ και κανενός η λύση,/ Γράψε για να μπορεί κανείς να ζήσει».).

Ετσι, δεν φοβάται να καταπιαστεί με κανένα θέμα: από τον Μπαντουβά της κατεχόμενης και εμφυλιακής Κρήτης μέχρι τον καβγά με τον αδελφικό του φίλο, που λύνεται στα βαφτίσια, και από τη «Μικρή φιλοσοφία μέσα στο σκοτάδι/ με μεγάλο περιθώριο για εξηγήσεις» μέχρι την ευφυή πολιτισμική-πολιτική κριτική στην πατριαρχία (LIX και LX) («Μήπως άστραψες και βρόντηξες/ μες στα βουνά/ για να φύγεις απ’ το σπίτι/ όπου έκλαιγε καθημερινά/ και με αφόρητη φυσικότητα/ το παιδί σου;/ Θέλει πολύ θάρρος για να βλέπεις κάθε μέρα τον ήλιο/ και να λες κάθε μέρα/ το ίδιο τραγούδι».).

Και μολονότι είναι κατεξοχήν μεταμοντέρνος, καθώς πειραματίζεται με όλες τις μορφές του στίχου, από τον ελεύθερο μέχρι τον δεκαπεντασύλλαβο, ενώ σαν πολίτης του κόσμου επικαλείται μια σύνθετη, πολύγλωσση ταυτότητα («Δεν έχω μητέρα γλώσσα/ γιατί η γλώσσα μου είναι μητέρα -/ μητέρα που έχει πάει με πολλούς/ κι εγώ είμαι το παιδί της,/ παιδί πολλών πατεράδων), η γενιά του κρατά όχι τόσο από τον ρομαντισμό όσο από τους κλασικούς: διεκδικεί φιλόδοξα μια σημαντική, μιαν εξέχουσα θέση για λογαριασμό του και για λογαριασμό της ποίησης. Μπορεί άραγε να του επιρρίψει κανείς ελλιπή πειθαρχία; Μήπως παρασύρεται και γράφει περισσότερα από τα απαραίτητα; Χρειάζεται, όπως ο Ελιοτ, έναν Πάουντ να τον συμμαζέψει;

Προτείνω τρία επιχειρήματα υπέρ της πληθωρικής γραφής του, που σερφάρει θεαματικά πάνω στα κύματα της γλώσσας: Πρώτον, είναι η ποίηση ενός περφόρμερ, άρα οφείλει να τον δει κανείς και να επιτελεί –με χάρισμα!– τα όσα γράφει, για να μπορεί να τα διαβάσει (και) ακούγοντας τη φωνή του, (και) βλέποντάς τον να κινείται στη σκηνή. Δεύτερον, είναι μια ποίηση-θεραπευτικό λουτρό γλώσσας, σε μιαν εποχή ξηρασίας. Τρίτον, είναι μια ποίηση απίστευτα χαριτωμένη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ