Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάννης Αντετοκούνμπο: Φόδρες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Είναι αλήθεια. Το ΝΒΑ ανακάλυψε την ύπαρξη του Γιάννη Αντετοκούνμπο προτού την ανακαλύψει –και την αναγνωρίσει νομικά– η ελληνική πολιτεία.

Δίχως το χάρισμά του, ο Γιάννης θα είχε μείνει ανιθαγενής – αόρατος για το κράτος, που έσπευσε άρον άρον να του δώσει την υπηκοότητα μετά την ένταξή του στο αμερικανικό πρωτάθλημα μπάσκετ.

Η κριτική αυτή, που αναζωπυρώνεται σε κάθε κατόρθωμα του Αντετονκούμπο, αναγνωρίζει την ατομική αξία του περίπου σαν μέγεθος αντίπαλο στην εθνικότητά του: Τα κατάφερε, αν και Ελληνας· αν και είχε την ατυχία να μεγαλώσει στα Σεπόλια, σε τόπο αφιλόξενο, αλλά και εχθρικό γενικώς προς το ταλέντο, γηγενές και αλλοδαπό.

Ακόμη κι αν η κριτική αυτή είναι ορθή, δεν στερεί από τον Αντετοκούνμπο την ακτινοβολία του εθνικού συμβόλου. Τα σύμβολα δεν λειτουργούν τάχα στη βάση κάποιας ανταποδοτικότητας.
Ο Γιάννης είναι σημείο αναφοράς για την κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκε όχι επειδή τον διεκδικεί όψιμα ένα σύστημα (ανα)παραγωγής φρονήματος, αλλά επειδή ο ίδιος επιλέγει να καλλιεργεί αυτή την αναφορά. Επειδή ο ίδιος έχει διαλέξει πατρίδα.

Τι συμβολίζει ο πολυτιμότερος παίκτης του NBA που ακόμη γελάει και κλαίει σαν νεοσσός του Φιλαθλητικού της Α2; Ποιο μήνυμα κομίζει πέρα από τη στάμπα του Παρθενώνα στη φόδρα του σακακιού του;

Μέσω του Γιάννη μπορεί κανείς να ανακαλέσει την Ελλάδα όπου η πρόοδος δεν ήταν ανέφικτη – την Ελλάδα του Πύρρου, όπου ο μετανάστης από τη Βόρειο Ηπειρο μπορούσε να γίνει λαοφίλητος ολυμπιονίκης και βουλευτής.

Στο πρόσωπο του πιτσιρικά από τα Σεπόλια μπορεί κανείς να δει όχι το ταλέντο που μετανάστευσε, αλλά τον πρωταθλητή που επιμένει να διατηρεί ζωντανό τον λώρο.

Υπάρχει ένα ψυχικό έλλειμμα που συζητιέται πολύ λιγότερο απ’ ό,τι αξίζουν οι πολιτικές του παρενέργειες. Το έχει περιγράψει ένας από τους πιο οξυδερκείς στοχαστές της εποχής, ο Ιβάν Κράστεφ, μιλώντας για την Ανατολική Ευρώπη: Οταν ζεις, λέει ο Κράστεφ, σε έναν τόπο που οι περισσότεροι θέλουν να εγκαταλείψουν, δεν μπορείς παρά να νιώθεις αποτυχημένος – ακόμη κι αν οι βιοτικές σου συνθήκες δεν δικαιολογούν αυτό το συναίσθημα.

Ισχύει και για την Ελλάδα μετά τη χρεοκοπία: Για τα παιδιά της γενιάς του Αντετοκούνμπο, το να ζεις (ακόμη) στην Ελλάδα σημαίνει ότι δεν ανήκεις στους καλύτερους ή στους τυχερούς, που μπόρεσαν να φύγουν. Το να ζεις εδώ σημαίνει ότι είσαι εγκλωβισμένος.

Με την παράδοξη νοσταλγία του για την Ελλάδα, ο Γιάννης ανοίγει μια ρωγμή στο αίσθημα αυτού του εγκλωβισμού. Στη φόδρα του αναδυόμενου μύθου του, μπορεί κάποιος να ψηλαφήσει την ανάγκη γι’ αυτή τη διαβεβαίωση: Οποιος μείνει εδώ, δεν θα πάει χαμένος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ