ΒΙΒΛΙΟ

Αόρατοι εργαζόμενοι στην Ελλάδα της κρίσης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ενας ντελιβεράς σχολιάζει πως οι πελάτες είναι πλέον «στην τσίτα», ελέγχουν τον λογαριασμό μήπως τους έχουν χρεώσει παραπάνω. Φωτογραφία από μοτοπορεία εργαζομένων στις ταχυμεταφορές έξω από τη Βουλή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΑΝΟΥ
«Απαρατήρητοι»
εκδ. Πόλις, σελ. 163

Τα σημάδια του επερχόμενου κατακλυσμού ήταν ήδη ορατά πριν από τη Μεγάλη Κρίση. Στην Ελλάδα και στη Δύση γενικότερα, οι σταθερές, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας γίνονταν όλο και πιο σπάνιες, εξαιτίας του ανταγωνισμού από χώρες με χαμηλότερο μισθολογικό κόστος. Με τον πληθυσμό να γερνάει, το κόστος των συντάξεων και των παροχών υγείας διογκωνόταν επικίνδυνα. 

Με το ξέσπασμα της κρίσης, τα δανεικά στέρεψαν, η ανεργία εκτινάχθηκε, οι εξώσεις πήραν τη μορφή επιδημίας, το κοινωνικό κράτος συρρικνώθηκε. Ο πόνος και η απελπισία μετατράπηκαν σε οργή, που συνέβαλλε στη λαϊκιστική στροφή πολλών δυτικών κοινωνιών. Τα μέλη του παλαιού κατεστημένου –όσοι δεν λοιδορούσαν τις «άπλυτες μάζες» για τις άφρονες πολιτικές τους επιλογές– προσπάθησαν να κατανοήσουν τα αίτια του κακού. Οι σελίδες των μεγάλων εφημερίδων γέμισαν με προφίλ των ψηφοφόρων του Τραμπ και των υποστηρικτών του Brexit, με αναλύσεις για το precariat και την ανάγκη ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Στη συλλογή διηγημάτων «Απαρατήρητοι», η δημοσιογράφος Αγγελική Σπανού πάει ένα βήμα παραπέρα: αφηγείται τις ιστορίες δέκα ανθρώπων «που δεν έχεις προσέξει», εργαζόμενων (μεν) αλλά σε δουλειές ανεπαρκώς αμειβόμενες και ψυχικά ισοπεδωτικές. Oπως γράφει στον πρόλογο η συγγραφέας: «Oσο καλά κι αν κάνουν τη δουλειά τους δεν υπάρχει ούτε ανταπόδοση, ούτε αναγνώριση, ούτε επιστροφή. Λόγια στερεότυπα και μετρημένα. Επαναλαμβανόμενες και μηχανικές κινήσεις. Χωρίς επικοινωνία, διάλογο, πλησίασμα. Χωρίς επαφή. Oλα απόλυτα μοναχικά και αδήριτα μονότονα».

«Εξομολογήσεις»

Κάθε διήγημα έχει τη μορφή χειμαρρώδους εξομολογητικής συνέντευξης, όπου το παρατηρούμενο «απαρατήρητο» πρόσωπο –το προφίλ «πολλών και κανενός», όπως σημειώνει η συγγραφέας στον πρόλογο–αποκαλύπτει πώς βιώνει τις μέρες στη δουλειά, τι οδούς διαφυγής επιδιώκει ή φαντασιώνεται, τι σκέφτεται για τους ανθρώπους που εξυπηρετεί και την ευρύτερη κοινωνία. «Νομίζω πως στο ταμείο μοιάζω δέκα με δεκαπέντε χρόνια πιο γερασμένη. Eτσι νιώθω τουλάχιστον. Ξέρεις τι είναι να κάθεσαι σε ένα σκαμπό τόσες ώρες χωρίς να μπορείς να κουνηθείς;», λέει η εργαζόμενη στο σούπερ μάρκετ. Για τους πελάτες λέει ότι «δεν δείχνουν να με θυμούνται», ενώ υποψιάζεται ότι η κόρη της ντρέπεται γι’ αυτήν και δεν λέει στις φίλες της τι δουλειά κάνει.

Ο ντελιβεράς μιλάει με επιθετική διάθεση για τα πιτσιρίκια που «τα μπουκώνουν οι γονείς τους με χαρτονομίσματα για να έχουν την ησυχία τους» («τέτοια μου φαίνεσαι κι εσύ», λέει απευθυνόμενος στη συγγραφέα – ή στον χαρακτήρα που του παίρνει τη συνέντευξη). Σχολιάζει πώς άλλαξαν οι τρόποι των πελατών στα χρόνια της κρίσης (είναι «στην τσίτα», ελέγχουν τον λογαριασμό μήπως τους έχουν χρεώσει παραπάνω, «παλιότερα δεν τα έκαναν αυτά»), το πόσο άσχημα πληρώνεται και τις συνθήκες εργασίας γενικότερα («μέχρι και το κατούρημα γρήγορα θα το κάνεις»). Και μιλάει για την κοπέλα στο σουβλατζίδικο που τυλίγει πακέτα, χωρισμένη με μικρά παιδιά, με την οποία υπάρχει έντονη έλξη, η οποία όμως σκοντάφτει σε πρακτικές δυσκολίες (εξ ου και, μέχρι στιγμής, έχουν κάνει σεξ μόνο διά τηλεφώνου).

Εξίσου τρισδιάστατοι είναι και οι υπόλοιποι χαρακτήρες – άνθρωποι με ταλέντα, ανάγκες και όνειρα, καθηλωμένοι σε μία καθημερινότητα που συνθλίβει την ψυχή: η υπάλληλος στα διόδια βλέπει εφιάλτες με αυτοκινητικά δυστυχήματα και που αναζητεί διέξοδο από την «τελείως άδεια» ζωή της σε μία στεγνά σεξουαλική εξωσυζυγική σχέση· ο θυρωρός που δηλώνει «μάλλον ευχαριστημένος» από τη δουλειά του σε σχέση με την «πίεση» του εστιατορίου που δούλευε πριν, αλλά εκφράζει και το παράπονό του («πέντε χρόνια τώρα, συναντιέμαι καθημερινά με τόσους ανθρώπους κι όμως δεν με ξέρουν»)· ο υποχόνδριος τραυματιοφορέας, η τηλεφωνήτρια που είναι influencer στο Instagram, η ταξιθέτρια που εισπράττει την αγένεια των αργοπορημένων, ο οξύθυμος παρκαδόρος στο πλοίο, η αριστερή οδοκαθαρίστρια που είχε πρόβλημα με το αλκοόλ, ο δικαστικός κλητήρας που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του αυταρχικού πατέρα του.

Θα ήταν ενδιαφέρον αν προσετίθετο στο μυθοπλαστικό μείγμα ο χαρακτήρας της δημοσιογράφου που παίρνει τις συνεντεύξεις, και μαθαίναμε περισσότερα για το πώς μέσα από την έρευνά της βαθαίνει η δική της κατανόηση για την κοινωνία, την κρίση και τον ρόλο του επαγγέλματός της σε αυτήν την αβέβαιη, πολωμένη, ραγδαία μεταλλασσόμενη εποχή.

Και χωρίς αυτό το στοιχείο, πάντως, το βιβλίο είναι συναρπαστικό – μία λιτά δοσμένη, οξυδερκής, ενίοτε συγκινητική ματιά στις ζωές των ανθρώπων που οι νικητές της παγκοσμιοποίησης –πολιτικοί επιχειρηματίες, γκουρού της ψηφιακής επανάστασης– συχνά μιλούν σαν να μην υπάρχουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ