ΒΙΒΛΙΟ

Πόλη χωρίς έρωτα, πόλη με ακίνητη ψυχή

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Εργο του Σπύρου Βερύκιου από την ομαδική εικαστική έκθεση «Man on the moon - Ο άνθρωπος στο φεγγάρι, 50 χρόνια μετά» στην The Project Gallery. Aπό τις 22/6 έως τις 21/9. Πλατεία Θεάτρου 14, Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πρέπει να είσαι πολύ καλός συγγραφέας για να γράψεις για τον έρωτα. Βεβαίως μπορείς να καταφύγεις σε τετριμμένες αισθηματικές περιγραφές δημιουργώντας ένα βιβλίο χωρίς παλμό και χυμούς.

Αλλά τότε δεν θα πείσεις κανέναν ότι έχεις κάνει έστω και μια φορά αυτή τη φοβερή διαδρομή από τα ύψη της ευτυχίας στα βάθη της απελπισίας, και αντίστροφα. Και ακόμη περισσότερο δεν καταφέρνεις να προκαλέσεις τον αναγνώστη να ερωτευτεί ξανά και να δοκιμαστεί στον τρομακτικά ελκυστικό ίλιγγο. Μπορεί να το καταφέρει μια κλασική φιλόλογος;

Η Αν Κάρσον το πετυχαίνει στο «Ερως γλυκόπικρος» (μτφρ. Ανδρονίκη Μελετίδου, εκδ. Δώμα, σελ. 230), αλλά δεν είναι απλώς φιλόλογος.

Διαπρεπής ακαδημαϊκός, μεταφράστρια της αρχαίας ελληνικής ποίησης, ποιήτρια η ίδια αλλά και συγγραφέας που δεν διστάζει μπροστά στα λογοτεχνικά είδη –από το έμμετρο μυθιστόρημα και το λιμπρέτο ως τη φιλολογική κριτική και τη δοκιμιογραφία–, θεωρείται μία από τις ακατάτακτες διάνοιες των γραμμάτων. Ακριβώς ετούτος είναι ο λόγος, η ορμητικότητα και η πρωτοτυπία του πνεύματός της μαζί με τη θέρμη της ψυχής μιας ποιήτριας, που της επιτρέπει να γράψει για τον έρωτα με τρελή καρδιά και συνετό κεφάλι.

Κυνηγά το άπιαστο και το αντιφατικό, μια στιγμή άχρονη –διαρκεί ένα λεπτό κι έναν αιώνα– που κάνει το σώμα να καίγεται από επιθυμία και τα μέλη να παγώνουν από αγωνία. Το πραγματοποιεί θαυμάσια, συνδυάζοντας τις δικές της λέξεις –τόσο ευθύβολες, έμπειρες και καλλιεργημένες–, με την ανθολόγηση κυρίως της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, από τη λυρική ποίηση ως τη φιλοσοφία.

Για να μιλήσεις για μια τέτοια συγκλονιστική παραδοξότητα όσο ο έρωτας, λέει η Κάρσον, πρέπει να επιστρέψεις στην αρχή των πραγμάτων. Με δικά της λόγια από μια παλιότερη συνέντευξη σχετικά με τη σημασία της μελέτης του αρχαιοελληνικού λόγου: «Εκεί βρίσκονται οι ρίζες των πραγμάτων που στη συνέχεια αναπτύσσονται και φτιάχνουν τα δέντρα εδώ όπου ζούμε τώρα. Η φρεσκάδα του κόσμου εξακολουθεί να ανατέλλει από τους Ελληνες».

«Νάτος πάλι ο έρωτας που λιώνει το κορμί,/ νάτος, ξανά με τραντάζει,/γλυκόπικρο ερπετό, ακατανίκητο».

Πρώτη η Σαπφώ αποκάλεσε τον έρωτα «γλυκόπικρο», και όποιος έχει ερωτευτεί, δεν μπορεί να διαφωνήσει, σχολιάζει η συγγραφέας στο αρχικό κεφάλαιο, στο οποίο τίθεται η βάση του συλλογισμού: ο έρωτας είναι ένα πεδίο ηδονής και βασάνου, μια ψυχική αστάθεια που εκφράζει ταυτόχρονα λατρεία και μίσος.

Από τα ωραιότερα, πολυτιμότερα στοιχεία του βιβλίου αποτελεί η αποθησαύριση αποσπασμάτων από την κλασική παράδοση, που παρατίθενται και σχολιάζονται με σεβασμό όχι μόνον στη γλώσσα αλλά και τη μετρική – πραγματικός μεταφραστικός και επιμελητικός άθλος από τις εκδόσεις Δώμα.

Δεν είναι ανάγκη να ξέρεις αρχαία ελληνικά ή λατινικά για να αισθανθείς ότι ετούτος ο λόγος έχει συλλάβει το άλογο. Μια φορά αν τρελάθηκες από έρωτα, αναγνωρίζεις τον εαυτό σου σε κάθε γραμμή του βιβλίου. Μια γλυκύτητα πλασμένη από οδύνη και απουσία.

Η Κάρσον ακούει τη φωνή των κλασικών, από τη μυθολογία και την ποίηση μέχρι το θέατρο και τη μυθοπλασία, και με τα σχόλιά της την κάνει να ηχήσει πολύ δυνατά. Δεν είναι μόνον ο σύγχρονος άνθρωπος εκείνος που γνωρίζει τι σημαίνει κατακερματισμός του βίου, απώλεια της ταυτότητας, διαρκής πλάνη μεταξύ του πραγματικού και της φαντασίωσης.

Ο έρωτας είναι πιο μοντέρνος από το παρόν και το μέλλον, πιο παλιός από το παρελθόν, μια διαρκής οντότητα που ταιριάζει απόλυτα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης αστροφυσικής. Η μανία του μας παιδεύει και μας διδάσκει από τα πρώτα μας βήματα επάνω στη γη.

Μπορούμε να τον αποφύγουμε ελέγχοντας τη στιγμή που ξεσπάει η επιθυμία; «Οταν την εντοπίσεις, θα είναι ήδη πολύ αργά», λέει η Κάρσον. «Οταν ερωτεύεσαι, είναι πάντοτε ήδη πολύ αργά, όπως λένε οι ποιητές».

Μόνον ο μη ερωτευμένος διατείνεται ότι έχει πετύχει αυτόν τον έλεγχο, έγραφε ο Λυσίας. «Ο μη ερωτευμένος ξεφεύγει απ’ την επιθυμία λόγω της θανατερής τσιγκουνιάς του. Μετράει τα συναισθήματά του όπως ένας φιλάργυρος μετράει το χρυσό του».

«Σύμφωνα με τον Σωκράτη, η ιστορία σου αρχίζει τη στιγμή που ο Ερωτας εισβάλλει μέσα σου. Αυτή η εισβολή είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος της ζωής σου. Το πώς τη χειρίζεσαι είναι δείκτης της ποιότητας, της σοφίας, της ευγένειας που έχεις μέσα σου. Καθώς τη χειρίζεσαι, έρχεσαι σε επαφή με τα όσα κρύβεις μέσα σου, μ’ ένα τρόπο αιφνίδιο και εκπληκτικό. Αντιλαμβάνεσαι τι είσαι, τι σου λείπει, τι θα μπορούσες να είσαι», γράφει η Κάρσον σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου και καταλήγει στο τελευταίο με τίτλο «Μυθοπλόκος».

«Φανταστείτε μια πόλη όπου δεν υπάρχει επιθυμία. Ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι οι κάτοικοι της πόλης αυτής εξακολουθούν να τρώνε, να πίνουν και να αναπαράγονται με κάποιο μηχανικό τρόπο· και πάλι, η ζωή τους φαντάζει επίπεδη. Δεν θεωρητικολογούν, δεν παίζουν με σβούρες, δεν μιλάνε μεταφορικά... Μια πόλη χωρίς επιθυμία είναι, με λίγα λόγια, μια πόλη χωρίς φαντασία... Η πόλη αυτή έχει μια ακίνητη ψυχή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ