ΜΟΥΣΙΚΗ

«Αλτσίνα» γεμάτη φαντασία, χρώματα αλλά και συναίσθημα

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

H Μυρτώ Παπαθανασίου και η Μαίρη-Ελεν Νέζη σε μια σκηνή, στο Ηρώδειο, από την κορυφαία όπερα του Χέντελ. Θ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πίσω στις ρίζες του επέστρεψε κατά έναν τρόπο ο Γιώργος Πέτρου, παρουσιάζοντας φέτος μία μπαρόκ όπερα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Επειτα από αρκετά χρόνια, κατά τα οποία διηύθυνε και σκηνοθετούσε μιούζικαλ, φέτος επέλεξε για τη συμμετοχή του στις εκδηλώσεις την «Αλτσίνα», μία από τις κορυφαίες όπερες του Χέντελ.

Από την ικανοποιητική πληρότητα του ωδείου την παραμονή των εκλογών αλλά και στις 12 Ιουλίου φαίνεται ότι υπάρχει ικανό κοινό για τη συγκεκριμένη μουσική, κάτι που αρκετοί είχαν αμφισβητήσει, ειδικά μετά την απογοητευτική προσέλευση στην περυσινή συναυλία του συνόλου Il Pomo D’Oro. Φέτος, η διακριτική ενίσχυση του ήχου επέτρεψε να ακούγονται με σαφήνεια όλα τα όργανα της ορχήστρας, ακόμα και ο ασθενής ήχος από το τσέμπαλο. Ηταν δε ο ήχος των «Μουσικών της Καμεράτας» αυτός ο οποίος προσέφερε σταθερή ικανοποίηση σε όλη τη διάρκεια των τριών ωρών της παράστασης.

Ηχος καλλιεργημένος, από μουσικούς οι οποίοι ενδιαφέρονται για το συγκεκριμένο είδος και έχουν επενδύσει σε αυτό. Ηχος που καθοδηγείται από τον Γιώργο Πέτρου με μεγάλη φαντασία σε ό,τι αφορά την πλαστικότητα των φράσεων, τις επιλογές ταχύτητας και δυναμικής, τις σημειακές εντάσεις που υπογραμμίζουν δραματικές καταστάσεις ή τις επιβραδύνσεις, ακόμα και τις παύσεις που επιτρέπουν στη μουσική να ανασάνει. Ο κίνδυνος στις όπερες του Χέντελ, στις οποίες η μία εκτενής τριμερής άρια ακολουθεί την άλλη, είναι βεβαίως η πλήξη. Η εναλλαγή των διαθέσεων που κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον μέχρι τέλους, οφειλόταν κυρίως στον Πέτρου και στους εξαιρετικούς μουσικούς του. Η Μυρτώ Παπαθανασίου έχει ερμηνεύσει την Αλτσίνα με επιτυχία αρκετές φορές, μεταξύ άλλων στο Παρίσι υπό τον Κριστόφ Ρουσέ (2014) και στην Κρατική Οπερα της Βιέννης υπό τη διεύθυνση του Μαρκ Μινκόφσκι (2016). Το αισθησιακό ηχόχρωμα της φωνής και ο τρόπος με τον οποίο η υψίφωνος αναπτύσσει χωρίς πίεση μελωδικές γραμμές ειδικά στην ψηλή περιοχή, έδωσαν στην ερμηνεία της την επιθυμητή διπλή όψη της ερωτευμένης γυναίκας και της σαγηνευτικής μάγισσας. Από αυτή την άποψη, η μεγάλη της άρια «Αχ, καρδιά μου» υπήρξε καθηλωτική, πολύ περισσότερο που οι διανθίσεις στην επανάληψη του πρώτου μέρους ήταν εξαιρετικά καλαίσθητες και διέθεταν επιπλέον ένα στοιχείο ρίσκου, που έκαναν την ερμηνεία συναρπαστική.

Ως Ρουτζέρο η Μαίρη-Ελεν Νέζη επανήλθε με πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και πιο γεμάτες χαμηλές νότες σε έναν ρόλο που το 2005 την είχε κάνει να ξεχωρίσει στη σκηνή του θεάτρου Ολύμπια. Με ακρίβεια και ελαφράδα απέδωσε τις άριες της Μοργκάνας η Μυρσίνη Μαργαρίτη, ενώ στις 12 Ιουλίου την παράσταση έσωσε ο Σωτήρης Τριάντης, ο οποίος αντικατέστησε περισσότερο από αξιοπρεπώς τον ασθενούντα Πέτρο Μαγουλά ως Μελίσο. Η Μπενεντέτα Ματσουκάτο τραγούδησε με αυτοπεποίθηση τη μουσική της Μπαρνταμάντε, ο Γιάννης Καλύβας υπήρξε ευχάριστα φωτεινός ως Ορόντε, ενώ η Θεοδώρα Μπάκα απέδωσε τον μικρό αλλά κομβικό ρόλο του Ομπέρτο. Η σκηνοθεσία του Γιώργου Πέτρου διατήρησε τη σαφή αφήγηση και είχε ορισμένες καλές ιδέες, η υλοποίησή της όμως απαιτούσε πιο γενναιόδωρο μπάτζετ.  

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ