ΜΟΥΣΙΚΗ

Προβληματική συναυλία για την «Παγκόσμια ημέρα μουσικής»

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Πιανίστας με ξεχωριστές ευκολίες τεχνικής και δεξιοτεχνίας, ο Βασίλης Βαρβαρέσος έδωσε μία λαμπερή ερμηνεία. Μ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Συχνά είναι δύσκολο να αποκωδικοποιήσει κανείς το πρόγραμμα μιας συναυλίας, δηλαδή αν υπάρχει κάποια σκέψη πίσω από αυτό ή εάν απλά προέκυψε ως συμβιβασμός ανάμεσα σε διαφορετικού τύπου απαιτήσεις. Θα φανταζόταν κανείς, πάντως, ότι στις 21 Ιουνίου για την «Παγκόσμια ημέρα της μουσικής», την οποία η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ τίμησε με μία ακόμα «λαϊκή» συναυλία –χωρίς εισιτήριο– στο Ηρώδειο, θα διαμορφωνόταν ένα πρόγραμμα είτε με έργα περισσότερο δημοφιλή από αυτά που προτάθηκαν, είτε με έργα τα οποία μεταξύ τους θα είχαν μεγαλύτερη συνάφεια απ’ ό,τι μία σύνθεση της πιο ενθουσιώδους έκφρασης του Ρομαντισμού (εισαγωγή «Οι Εβρίδες» του Μέντελσον), ένα έργο ρωσικού μοντερνισμού (2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Προκόφιεφ) και μία από τις λιγότερο ενδιαφέρουσες τονικές συνθέσεις του Νίκου Σκαλκώτα («λαϊκό» μπαλέτο «Η θάλασσα»). Ο ενθουσιασμός του κοινού μετά το πέρας της βραδιάς δεν θα πρέπει να εκληφθεί από τους εμπνευστές του προγράμματος απαραίτητα ως επιδοκιμασία των επιλογών τους, καθώς εκδηλωνόταν με την ίδια θέρμη έπειτα από κάθε μέρος κάθε έργου, όπου υπήρχε παύση και χώρος για ανάσα…

Οι προθέσεις του Τάσου Συμεωνίδη, αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού διευθυντή των Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, υλοποιήθηκαν στον βαθμό που αυτό ήταν δυνατό, από μία ορχήστρα με εμφανώς αδύναμα έγχορδα. Με εξαίρεση τον εξάρχοντα Επαμεινώνδα Φίλιππα, του οποίου η συνεισφορά εκτιμήθηκε σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς, ο ισχνός ήχος των εγχόρδων, κάποτε ασυντόνιστος ακόμα και στα πιο απλά ρυθμικά κομμάτια του μπαλέτου του Σκαλκώτα, αποδείχθηκε δύσκολο να στηρίξει τα έργα. Ειδικά στο Ηρώδειο, του οποίου η έτσι κι αλλιώς στεγνή ακουστική δεν βοηθά. Το πρόβλημα φάνηκε αμέσως από τις «Εβρίδες», όπου οι καλοζυγισμένες ταχύτητες και η εύστοχη αίσθηση θεατρικότητας του Συμεωνίδη έμειναν σε επίπεδο σχεδιάσματος, υποστηριζόμενες από ήχο που δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και να ανθίσει. Η διαφορά ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν το εξαιρετικό σολιστικό κλαρινέτο του Αγγελου Πολίτη έδειξε πόσο ωραία μπορεί να «τραγουδηθεί» αυτή η μουσική.

Στο Κοντσέρτο του Προκόφιεφ τα φώτα προφανώς έπεσαν στον σολίστα, τον ταλαντούχο Βασίλη Βαρβαρέσο, πιανίστα με ξεχωριστές ευκολίες τεχνικής και δεξιοτεχνίας. Αυτή τη φορά επέλεξε ένα έργο στο οποίο ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούσαν να αξιοποιηθούν με τον καλύτερο τρόπο. Η απαιτητικότατη μηχανιστική γραφή του Προκόφιεφ στο συγκεκριμένο έργο έχει ανάγκη από εκτυφλωτική δεξιοτεχνία, ακρίβεια, καθαρότητα και αίσθηση του ρυθμού, στοιχεία που διαθέτει ο Βαρβαρέσος και τα οποία του επέτρεψαν να δώσει μια λαμπερή ερμηνεία.

Η επιλογή της «Θάλασσας» για το δεύτερο μέρος υπήρξε από κάθε άποψη απογοητευτική. Τόσο αυτή καθαυτή, καθώς ο Σκαλκώτας έχει συνθέσει πολύ σημαντικότερα έργα και είναι άδικο να «εκπροσωπείται» στις συναυλίες των κρατικών μας συνόλων σχεδόν αποκλειστικά από παρτιτούρες χρηστικής μουσικής που συνέθεσε για την επιβίωσή του, όσο και για την απόδοση αυτής της συνειδητά απλοϊκής μουσικής, που –με εξαίρεση το φλάουτο (Μελίνα Μακρή)– εξέθεσε την ορχήστρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ