ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Χαλυβδωμένες αποδεικνύονται οι γενιές των ώριμων Ελλήνων και σταθερά προσηλωμένες στη στήριξη των ενήλικων παιδιών τους. Γι’ αυτά αποτελούν το πιο ισχυρό δίχτυ ασφαλείας.

Μάλιστα, περισσότερο από κάθε Ευρωπαίο «στέκονται» οι Ελληνες στα νεότερα μέλη της οικογένειας, όπως δείχνουν τα στοιχεία της ευρωπαϊκής έρευνας SHARE (Ερευνα για την υγεία, τη γήρανση και τη συνταξιοδότηση στην Ευρώπη), που μελετά τη ζωή των Ευρωπαίων ηλικίας 50 ετών και άνω. Οι Ελληνες ζουν υπό συνθήκες μεγαλύτερης οικονομικής πίεσης από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, αλλά σε ένα οικείο περιβάλλον όπου και λαμβάνουν αλλά και προσφέρουν βοήθεια στους μικρότερους σε ηλικία, αποκάλυψε η έρευνα SHARE.

Η μακρά και βαθιά ύφεση δημιούργησε ένα νέο πλαίσιο για την οικογένεια στη χώρα μας: οι οικονομικοί πόροι της εξαντλήθηκαν, οι φορολογικές υποχρεώσεις προς το κράτος αυξήθηκαν δραματικά, μειώθηκαν τα εισοδήματα ενοικίου, ενώ οι συντάξεις κόπηκαν ξανά και ξανά. Ωστόσο, σύμφωνα με την ελληνική ομάδα του SHARE, η οποία συντονίζεται από την Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στην οποία συμμετέχουν, ο οικονομολόγος Πλάτων Τήνιος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και οι διδάκτορες του Παντείου Γιώργος Παπαδούδης και Θωμάς Γεωργιάδης, η ισχυρή αλληλεγγύη στο πλαίσιο της οικογένειας δεν έπαψε να στρέφεται στα ενήλικα παιδιά, κυρίως λόγω της ανεξέλεγκτης ανεργίας, με την παροχή κάθε είδους βοήθειας – οικονομική στήριξη, συγκατοίκηση, φροντίδα εγγονών.

• Στην Ελλάδα, τουλάχιστον το 25% των ατόμων 50 έως 64 ετών, το 21% των ατόμων 65-80 ετών και το 11% των ατόμων 80+ ετών βοηθούν χρηματικά τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

• Το 44,1% των ατόμων 50+ ετών στη χώρα μας ζει στο ίδιο σπίτι με τουλάχιστον ένα από τα παιδιά του (το μικρότερο ποσοστό εμφανίζει η Δανία: 13,4%), το 14,3% ζει με τα παιδιά του στο ίδιο κτίριο (το μικρότερο ποσοστό καταγράφει η Ολλανδία: 0,9%) και το 17,3% σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου (το μικρότερο ποσοστό απαντάται στην Ιταλία: 11,3%).

• Στη χώρα μας, περίπου μία στις τρεις γυναίκες ηλικίας 50+ (31%) παρέχει φροντίδα στα εγγόνια της σχεδόν καθημερινά. Το ποσοστό αυτό είναι ελαφρώς υψηλότερο σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό σε Ιταλία, Ισπανία και ανατολικές χώρες (29%), τρεις φορές υψηλότερο σε σύγκριση με τον μέσον όρο της ηπειρωτικής Ευρώπης (9%) και δέκα φορές υψηλότερο σε σχέση με τον μέσον όρο των σκανδιναβικών χωρών (3%).

Αλλά δεν είναι η μοναδική διαφορά μας με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους όσον αφορά τα άτομα 50+ ετών. Καθώς διαμεσολαβούν διαφορετικές κοινωνικές και οικογενειακές δομές, νοοτροπίες και αντιλήψεις, αλλά και διαφορετικά συστήματα, διαφορετικές ιστορίες δημόσιας πολιτικής, διαφορετικό βιοτικό επίπεδο, η Ελλάδα εμφανίζεται σε μεγάλη απόσταση από τις άλλες χώρες, καταγράφοντας υψηλά ποσοστά και στα εξής:

• Νοικοκυριά ηλικιωμένων που τα βγάζουν πολύ δύσκολα πέρα (περίπου 7 στα 10 ή 69%). Το χαμηλότερο ποσοστό απαντάται στη Σουηδία: 17,3%.

• Ιδιοκατοίκηση (84,7% των ατόμων 50+ ετών).

• Μεταβίβαση κληρονομιάς από τους γονείς στα παιδιά (το 87,5% των ατόμων στην Ελλάδα δέχθηκε κληρονομιά από τους γονείς του).

• Μέσος αριθμός παιδιών ατόμων ηλικίας 80+ (2,4 παιδιά). Ο αριθμός αυτός συρρικνώνεται στα άτομα 50-54 ετών: 1,8 παιδιά κατά μέσον όρο).

• Ατομα 50-69 ετών που συνδυάζουν τη συνταξιοδότηση με την απασχόληση. Το 5,3% των ατόμων 50-54 ετών, το 11,4% των ατόμων 55-59 ετών, το 18,2% των ατόμων 60-64 ετών και το 17% των ατόμων 65-69 ετών εξακολουθούν να εργάζονται ενώ έχουν βγει στη σύνταξη.

• Κίνδυνος φτώχειας για τα άτομα άνω των 65 ετών. (31,5%). Το μικρότερο ποσοστό κατέχει η Σουηδία με 16,5%.

• Τα άτομα 80+ που ζουν μόνα σε αγροτικές περιοχές (65%).

• Κακή κατάσταση υγείας των 80+.

• Συμμετοχή σε θρησκευτική τελετή.

Δεκάδες μελέτες κάθε μήνα

Τα στοιχεία SHARE αποτελούν ευρωπαϊκή ερευνητική υποδομή, διαθέσιμη δωρεάν σε όλους τους ερευνητές. Κάθε μήνα δημοσιεύονται δεκάδες μελέτες από πολλές χώρες που αξιοποιούν τα στοιχεία. Για παράδειγμα, μελέτη του 2019 για την ιδιωτική ασφάλιση γήρατος (στην οποία η Ελλάδα εμφανίζει πολύ χαμηλά ποσοστά) καταλήγει ότι, «η καλύτερη κατανόηση των αναμενόμενων συντάξιμων αποδοχών οδηγεί σε μεγαλύτερη αποταμίευση. Τα άτομα είναι συνήθως υπεραισιόδοξα, περιμένουν σύνταξη υψηλότερη από την πραγματική» λέει κ. Τήνιος. Κατά τη μεταρρύθμιση τριών πυλώνων στη Γερμανία, άτομα άνω των 27 ενημερώθηκαν για την αναμενόμενη σύνταξη και τις επιλογές που είχαν. Οσοι πληροφορήθηκαν το ακριβές ύψος της μελλοντικής τους σύνταξης, είχαν την τάση να αυξήσουν την αποταμίευσή τους.

Αλλη μελέτη εξετάζει μεταβολές της προσωπικότητας με την αυξανόμενη ηλικία. Μαζί με τις μεταβολές στα οικονομικά, στην υγεία, στην παραγωγικότητα, στον ελεύθερο χρόνο «αλλάζει και η προσωπικότητα των ανθρώπων» λέει η κ. Λυμπεράκη και συνεχίζει: «Γίνονται λιγότερο ανοιχτοί προς τους άλλους, λιγότερο στοχοπροσηλωμένοι, περισσότερο εσωστρεφείς, περισσότερο νευρωτικοί και επιρρεπείς στο στρες, μόνο ένα χαρακτηριστικό τους βελτιώνεται, η επιθετική προδιάθεση προς τους ανθρώπους, δηλαδή γίνονται λιγότερο καχύποπτοι. Οι αλλαγές αυτές τους επηρεάζουν, το πόσο γρήγορα θα συνταξιοδοτηθούν, το πόσο θα προσέχουν τον εαυτό τους, το πόσο θα κοινωνικοποιηθούν κ.λπ. Ερευνώντας τους ηλικιωμένους μαθαίνουμε όχι μόνο για την υγεία, τα οικονομικά τους, το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, αλλά και ερχόμαστε σε επαφή με μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα, τι έχει νόημα στη ζωή, ποιος είναι ο κόσμος μας, πόσο μπορούμε να παρέμβουμε στην πορεία μας».

Στο φύλλο της περασμένης Κυριακής, στις 8/9, δημοσιεύθηκαν αποτελέσματα της έρευνας SHARE για την επίπτωση της κρίσης στη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων.

Η φροντίδα των εγγονών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο κατάθλιψης

Ακόμη και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες με πληθώρα επιλογών όσον αφορά την ανάθεση της φροντίδας των παιδιών σε τρίτους, οι μεγαλύτεροι, ηλικίας 50+ ετών, εξακολουθούν να στηρίζουν έμπρακτα τα παιδιά τους όταν κι αυτά αποκτούν παιδιά. Ομως ωφελεί τις γιαγιάδες και τους παππούδες η φροντίδα των εγγονών;

Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι αποτελεί μια νέα περίοδο ευδαιμονίας για τους ηλικιωμένους. Ξαναπιάνουν το νήμα της ζωής από την αρχή για δεύτερη φορά, χαίρονται με τη δροσιά, το παιχνίδι και τις μικρές κατακτήσεις των εγγονών. Εκ των πραγμάτων υποχρεώνονται να ασκούνται σωματικά περισσότερο, να απασχολούνται με ζητήματα της καθημερινότητας των παιδιών και να μη σκέπτονται συνεχώς τα δικά τους μικροπροβλήματα. Ωστόσο, όπως έδειξε έρευνα με στοιχεία SHARE μέσα στο 2019, για αρκετούς η φροντίδα αυτή μεταφράζεται σε περισσότερο άγχος, μεγαλύτερες ευθύνες, λιγότερο ελεύθερο χρόνο, που τους καταβάλλουν ψυχολογικά. Το 60% των 13.000 ερωτηθέντων σε 12 ευρωπαϊκές χώρες δήλωσε ότι φροντίζει κατά ένα τρόπο τα εγγόνια, ενώ μεταξύ αυτών το 30% προσφέρει τουλάχιστον 30 ώρες παιδικής φροντίδας τον μήνα. Γενικά, οι γυναίκες εμπλέκονται περισσότερο από τους άνδρες στη φροντίδα των παιδιών και οι νότιοι περισσότερο από τους βόρειους.

Η φροντίδα των εγγονών αυξάνει τον κίνδυνο κατάθλιψης σε ορισμένους πληθυσμούς ηλικιωμένων έδειξε η έρευνα. Υπό ορισμένες συνθήκες, οι αρνητικές συνέπειες υπερτερούν των θετικών και επηρεάζουν αρνητικά την ψυχική υγεία τους. Στην ομάδα κινδύνου περιλαμβάνονται ηλικιωμένοι που ζουν σε αστικές περιοχές της νότιας και ανατολικής Ευρώπης, έχουν λίγα παιδιά και σχετικά καλά οικονομικά και νιώθουν ότι σπαταλούν πολύ μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους, τον οποίο θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν αλλιώς.

Κάθε δέκα επιπλέον ώρες φροντίδας ανά μήνα αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων έως 3,3% στις γιαγιάδες και 6,1% στους παππούδες. Δηλαδή, οι γιαγιάδες επηρεάζονται συναισθηματικά λιγότερο από τους παππούδες. Η κατάθλιψη αυξάνει έντονα τον κίνδυνο για άλλες ασθένειες και αναπηρίες, ενώ η θεραπεία της επιβαρύνει τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης στην Ε.Ε., κατά 1% του συνολικού ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Κατά τους ερευνητές, τα δεδομένα αυτά επιβάλλουν την επανεκτίμηση των συστημάτων παροχής φροντίδας στα παιδιά.

Η επίδραση της συνταξιοδότησης στην ψυχική υγεία

Δεν κάνει σε όλους καλό η έξοδος από την αγορά εργασίας. Τα χρόνια στη σύνταξη δεν είναι πάντα η πολυαναμενόμενη περίοδος ανέφελης ξεκούρασης. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2019 χρησιμοποιώντας στοιχεία SHARE, «η συνταξιοδότηση έχει διαφορετικές επιπτώσεις στα άτομα. Εχει θετική επίδραση στην ψυχική υγεία των γυναικών και των εργατών. Το αντίθετο ισχύει για τους εργαζόμενους γραφείου και τους άνδρες», σημειώνει ο κ. Τήνιος.

Προτιμότερη από τη συνταξιοδότηση αποδείχθηκε η παραμονή ατόμων μεγαλύτερων ηλικιών στην εργασία, σε θέσεις με λιγότερες απαιτήσεις και μικρότερη ευθύνη.

Από την άλλη, η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης έχει αρνητική επίπτωση στα άτομα βεβαρημένης ψυχικής υγείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατάθλιψη οδηγεί αρκετούς σε έξοδο από την αγορά εργασίας με συντάξεις αναπηρίας (20% των συντάξεων αναπηρίας οφείλονται σε κατάθλιψη).

Η καλή οικονομική κατάσταση εμφανίζει στενή συσχέτιση με την υγεία των ηλικιωμένων. Οι πλουσιότεροι ζουν περισσότερο από τους φτωχότερους, τόσο γιατί οι πιο εύποροι μπορούν και αγοράζουν την καλή υγεία όσο και γιατί η καλή υγεία που διαθέτουν τους κάνουν εύπορους – άτομα με κακή υγεία αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εργασιακή τους ζωή, με αποτέλεσμα να καταλήγουν φτωχότεροι στην τρίτη ηλικία.

Επίσης αναδείχθηκαν σοβαρές ανισότητες στην υγεία μεταξύ γηγενών και μεταναστών. Κατά την άφιξή τους οι μετανάστες είναι συνήθως υγιέστεροι από τους ντόπιους, εικόνα η οποία αντιστρέφεται με το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση της ηλικίας. Μετανάστες από δυτικές χώρες παρουσιάζουν κίνδυνο ανάπτυξης ψυχικών προβλημάτων, ενώ γυναίκες από μη δυτικές χώρες, κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η φτώχεια κατά την παιδική ηλικία συμβάλλει στην εμφάνιση σοβαρών αναπνευστικών προβλημάτων μετά τα 50 έτη.

Το SHARE εξετάζει από το 2004, κατά κύματα, όλες τις διαστάσεις της ζωής των Ευρωπαίων άνω των 50 ετών σε 26 κράτη-μέλη, στην Ελβετία και στο Ισραήλ, και αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο για τον σχεδιασμό του μέλλοντος των 50+ στη Γηραιά Ηπειρο. Ηταν η πρώτη έρευνα στην Ελλάδα που διεξήχθη με τη μέθοδο CAPI (Computer Assisted Personal Interview). Η Ελλάδα συμμετείχε στα πρώτα τρία κύματα SHARE, το 2004, 2007 και 2009. Δεν έλαβε μέρος στο κύμα 4 και στο κύμα 5, αλλά επέστρεψε το 2015 για το κύμα 6 και το 2017 (κύμα 7, δείγμα 4.937 άτομα). Είναι αξιοσημείωτο ότι πάνω από το 80% του δείγματος του 2009 συμμετείχε και στα κύματα 6 και 7, αποτυπώνοντας τις διαχρονικές συνέπειες της μακροβιότητας στους ίδιους ανθρώπους.

Στις αρχές του 2020 η διαΝΕΟσις θα εκδώσει βιβλίο για την Ελλάδα των 50+, το οποίο συγγράφουν οι Αντιγόνη Λυμπεράκη, Πλάτων Τήνιος, Θωμάς Γεωργιάδης, αξιοποιώντας στοιχεία του SHARE που θα εξετάζει τις συνέπειες της κρίσης στις ζωές των ατόμων 50+.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ