ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησαν σε δική του μετάφραση τα Ρουμπαγιάτ (τετράστιχα) του Ομάρ Καγιάμ - 2019, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων. Σήμερα μεταφράζει για λογαριασμό του ίδιου εκδοτικού οίκου ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ και γράφει δοκίμια για την Παιδεία. Είναι 90 χρόνων. Δεν είναι ποιητής, αν και διαβάζει μανιωδώς ποίηση από τα παιδικά του χρόνια, ούτε επαγγελματίας μεταφραστής, είναι ο Βύρων Ντεγκλώ, σχεδιαστής κοσμημάτων, μεταξύ άλλων των μεγαλύτερων οίκων της διεθνούς χρυσοχοΐας, για δεκαετίες. Και μαζί μικρογλύπτης –το 1964 κέρδισε στις ΗΠΑ το α΄ διεθνές βραβείο κοσμήματος και μικρογλυπτικής- λαογράφος, δημοσιογράφος, μίμος, ισορροπιστής... Η ζωή του, μία σειρά από μυθιστορήματα. «Ολα ξεκινούν από την παιδική ηλικία, αυτή καθορίζει τη μετέπειτα στάση μας στη ζωή», λέει στην «Κ».

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αρχισε να δουλεύει από τα έξι, όταν αρρώστησε και στη συνέχεια πέθανε ο πατέρας του. «Πέντε παιδιά στην οικογένεια έπρεπε να δουλέψουν. Κουλούρια στον δρόμο, δουλειά σε ραφείο, σε τυπογραφείο. Στα εννέα άρχισα να μαθαίνω την τέχνη του χρυσοχόου δίπλα σε έναν καλό μάστορα. Στα 12 είχα γίνει τεχνίτης... Εκείνη την εποχή οι χρυσοχόοι φοβούνταν τον όγκο, εγώ όχι, κι αυτό με βοήθησε. Μια μέρα ήρθε παραγγελία για μια καρφίτσα τριαντάφυλλο από ένα ξακουστό μαγαζί της Κωνσταντινούπολης, και οι αρχιμάστορες συζητούσαν για ώρα πώς να το φτιάξουν... “Συγγνώμη, μπορώ να το κάνω εγώ;” τους ρώτησα, “Αντε ρε...”, “Παίρνω 5 λίρες την εβδομάδα”, επέμεινα, “αν δεν τα καταφέρω, θα δουλέψω για τέσσερις εβδομάδες τζάμπα, αν ναι, θα μου δώσετε 35 λίρες. Θα δουλεύω πρωί και βράδυ και το Σάββατο θα σας το παραδώσω”. Το Σάββατο ένα ωραίο χρυσό λουλούδι ήταν έτοιμο και εγώ εκείνη την εβδομάδα πήγα στη μάνα μου 40 λίρες! Δημιουργία είναι να γνωρίζεις καλά την τεχνική και να ξέρεις να παίζεις. Να παίζω μπορούσα, την τεχνική την άρπαξα γρήγορα γιατί υπήρχε ανάγκη, γάλα πίναμε μόνο το Πάσχα... Σημαντικοί σταθμοί στη ζωή. Μαθαίνεις να σκέφτεσαι, γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος», διηγείται ο κ. Ντεγκλώ.


Τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ, σε μετάφραση Βύρωνος Ντεγκλώ, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2019. 

«Εφυγα από τον μάστορα και συνέχισα τη δουλειά στο σπίτι, εκτελώντας παραγγελίες. Στα 16 άνοιξα το πρώτο μαγαζί στην Πόλη, στο Πέρα, επάνω είχα το εργαστήριο και 10 τεχνίτες, εφήβους αλλά και άνδρες 23, 25 ετών. “Μη βάζεις μακριά παντελόνια, παιδί μου, θα τα φοράς σε όλη σου τη ζωή” μου έλεγε η μάνα μου, αλλά εγώ ντρεπόμουν, δεν μπορούσα να τους επιβληθώ με κοντά παντελόνια. Το μαγαζί πήγαινε καλά, τα κέρδη μου ήταν αρκετά κι εγώ μάθαινα στον ελεύθερο χρόνο μου καλά τα ελληνικά, γαλλικά, διάβαζα μανιωδώς ποίηση. Καρυωτάκη, εκείνο το “Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία. Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό ανδρείκελα, στης Μοίρας τα δυό τυφλά χέρια...” με δυνάμωνε. Και μετά Παλαμά, Ναζίμ Χικμέτ, Καβάφη, –“τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας/τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις/αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου”. Με τα κέρδη από το μαγαζί αποφάσισα να εκδώσω ένα μηνιαίο περιοδικό για νέους, “Νεανικό βήμα” λεγόταν. Κυκλοφόρησε για τρεις μήνες».

Η αρχή του τέλους έγινε όταν έγραψε ένα άρθρο για τα κορίτσια, που ενόχλησε τις Αρχές αλλά και ανθρώπους στον κραταιό ελληνικό Τύπο – «200.000 Ελληνες ήμασταν στην Πόλη». «Είχα τρεις αδελφές, σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι και μετά έβλεπαν τη ζωή από το παράθυρο, “τι τις κρατάτε” έγραφα, “δεν θα μάθουν τη ζωή από το παράθυρο, δυστυχούν τα κορίτσια κλεισμένα στο σπίτι”. Είπαν ότι είμαι αναρχικός και καλώ τη νεολαία σε εξέγερση. Με συνέλαβαν, με έβαλαν στη φάλαγγα, αλλά δεν είχα τίποτα να πω, δεν ήξερα καν τι είναι αναρχικός. Με έριξαν στη φυλακή, ευτυχώς στο πολιτικό τμήμα, από το τμήμα των ανηλίκων δεν έβγαινες». Ο δικαστής δεν βρήκε ενδείξεις αναρχίας στο άρθρο του και τον αθώωσε. Ζητήθηκε ακύρωση της απόφασης, δικάστηκε και πάλι, από τον ίδιο δικαστή, που τον αθώωσε ξανά. «Οπότε σε λίγο καιρό έκλεισα το μαγαζί και έφυγα για το Παρίσι. Ηταν το 1949... Υπέροχη εποχή, όλοι νιώθαμε αδέρφια, χορεύαμε, τραγουδούσαμε, ποτέ πια πόλεμος. Επέστρεψα στην Τουρκία για το στρατιωτικό μου και μετά πίσω στο Παρίσι».


Αντιπροσωπευτικά μοντέλα του σχεδιαστή. 

Στη Γαλλία άμεση προτεραιότητά του ήταν οι σπουδές. Γράφτηκε στην Αρχιτεκτονική, αλλά διαφωνούσε με την κυρίαρχη τάση Λε Κορμπιζιέ κι αυτό του στοίχισε την έξοδό του από τη σχολή. Αποφάσισε να σπουδάσει Εθνολογία στο πανεπιστήμιο του Παρισιού, όπου δίδασκε εξέχων Τούρκος καθηγητής. Ενας θησαυρός γνώσεων και η ανακάλυψη της εποχής της μητριαρχίας –κομβική για την προσωπική του ιστορία– την οποία μελέτησε ενδελεχώς. Παράλληλα, έστελνε άρθρα για τα πολιτιστικά δρώμενα του Παρισιού στην τουρκική εφημερίδα «Γενί Σαμπάχ», της οποίας έγινε ανταποκριτής πριν από τη δεύτερη φυγή του από την Πόλη.

Ο αγαπημένος σχεδιαστής κοσμημάτων των οίκων-μύθων

Στο κόσμημα ξαναμπήκε από ανάγκη, όταν προκειμένου να κάνει εγχείρηση σκωληκοειδίτιδος, χρειάστηκε να αποκτήσει ασφάλιση υγείας. Επιασε δουλειά σε εργαστήριο χρυσοχοΐας, ξεχώρισε (το αφεντικό τον έβγαλε άρον άρον από το αναρρωτήριο), και στη συνέχεια έστησε το δικό του εργαστήριο στο σπίτι –για να έχει, λόγω σπουδών, ελεύθερο ωράριο–, όπου εκτελούσε όλο και μεγαλύτερο αριθμό παραγγελιών, αλλά σχεδίαζε και δικά του κοσμήματα. Ενα βράδυ που δεν μπορούσε να κοιμηθεί εφηύρε το ύφασμα από χρυσό (κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία την επομένη), που έγινε περιζήτητο από όλους τους μεγάλους οίκους ρολογιών στην Ελβετία και κοσμημάτων στη Γαλλία και στις ΗΠΑ («το έστελνα με τα μέτρα...»). Αρχισε να παράγει τα δικά του μοντέλα, με έμπνευση από τη φύση και τη μυθολογία, όλα αριστουργήματα λεπτοτεχνίας.

Εστησε μεγάλο εργαστήριο, στην αρχή στο όνομα γυναίκας υπαλλήλου του, καθώς ο ίδιος, ως Τούρκος υπήκοος, δεν μπορούσε να εκδώσει άδεια. Μετά το πρώτο διεθνές βραβείο κοσμήματος και μικρογλυπτικής το 1964, έλαβε αμέσως τη γαλλική υπηκοότητα («είχα κάνει και νωρίτερα αίτηση αλλά είχε απορριφθεί») και κατάφερε να ιδρύσει τη δική του εταιρεία και να εδραιωθεί ανεμπόδιστα ως ο αγαπημένος σχεδιαστής κοσμημάτων των οίκων-μύθων Vacheron Constantin, Van Cleef, Winston, Koslow, Moba, Larry, Ortam, Chaumet, Fred...

Ταξίδια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, εκθέσεις στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη, νέα μοντέλα, γλυπτά, συνεχής παραγωγή κομψοτεχνημάτων. Ομως εκείνο που δεν ξεχνά είναι το πρώτο ταξίδι του στις ΗΠΑ, με 20 κομμάτια, μεταξύ των οποίων ένα μικρογλυπτό, ένας βάτραχος σε εκτίναξη, από χρυσό και πολύτιμους λίθους, τον οποίο ζήτησε να δει γνωστός χρυσοχόος και συλλέκτης έργων τέχνης· τιμή 15.000 δολάρια. Πολλά τα παζάρια, «“είστε τρελοί εσείς οι Ευρωπαίοι”. Κάνω να φύγω, μου αρπάζει το γλυπτό, συνεχίζει τα παζάρια – το γλυπτό πήγε και ήρθε 3-4 φορές ανάμεσά μας. “Σας αρέσουν οι ντομάτες;” τον ρωτώ. “Ναι”, μου απαντά. “Θα ζούσατε μόνο με ντομάτες;” “Οχι, βέβαια”, μου λέει. “Εγώ μπορώ και δεν το πουλώ”. Το αγόρασε 15.000 δολάρια. Μετάνιωσα που το πούλησα, ήταν από τα ωραία μου». Η δουλειά προχωρούσε εξαιρετικά, τα χρόνια περνούσαν.

«Ενα χειμώνα, ερχόμενος από τη Νέα Υόρκη, είπα να ξεκουραστώ στην Ελλάδα, σε φίλους. Είκοσι βαθμοί, λιακάδα, υπέρλαμπρο Σούνιο, τι κάνω στη Γαλλία, σκέφτηκα, δεν χρειάζομαι περισσότερα χρήματα. Ενα χρόνο έκανα να κλείσω την επιχείρηση στη Γαλλία και το 1970 εγκαταστάθηκα στην Ελλάδα».

Ανοιξε εργαστήριο και εκθεσιακό χώρο –τον οποίο διαμόρφωσε ο γλύπτης Κώστας Κλουβάτος– στον δεύτερο όροφο του νεοκλασικού στον αρ. 1Β της οδού Υπατίας, κοντά στη Μητρόπολη, με περίπου 30 τεχνικούς, νέα παιδιά που μάθαιναν την τέχνη και μεγαλύτερους, και έναν άνθρωπο της δουλειάς που το διηύθυνε. Στην Αθήνα δούλευε δύο μήνες τον χρόνο. Σεπτέμβριο και Οκτώβριο ταξίδευε με το ιστιοπλοϊκό του, Νοέμβριο και Δεκέμβριο σχεδίαζε τα νέα μοντέλα, επέστρεφε μετά τις γιορτές στη Γαλλία. Εκεί, σε εξειδικευμένο εργαστήριο παρακολουθούσε για εβδομάδες τη δημιουργία των μακετών, τις οποίες στη συνέχεια είτε παραχωρούσε σε οίκους στο Παρίσι, στο Μιλάνο και στη Νέα Υόρκη είτε εφάρμοζε στην Ελλάδα, «όπου εκείνη την εποχή δεν υπήρχε κόσμημα του είδους. Αρχισαν να αντιγράφουν τα μοντέλα μου, δεν με πείραζε, δεν ήταν ποτέ τα ίδια...». Δημιούργησε περισσότερα από 2.500 μοντέλα... Μέχρι το 2008, που ένα πρόβλημα υγείας («μπήκα για μια επέμβαση για τρεις ημέρες και βγήκα μετά οκτώ μήνες») τον έβαλε σε άλλους ρυθμούς. Ο Βύρων Ντεγκλώ έχει δύο κόρες, 16 και 11 χρόνων, «παντρεύτηκα αργά, τη δεύτερη κόρη μου την έκανα στα 80...», λέει.


Το μαγαζί που άνοιξε στην Πόλη στα 16 του χρόνια.

Θέατρο γέλιου

Στην Ελλάδα από το ’70, το καλοκαίρι το αφιέρωνε στη μεγάλη αγάπη του, στο Θέατρο Γέλιου για παιδιά, το Τσιρκοθέατρο «Βύρων», που έστησε παίρνοντας στοιχεία από παλιά λαϊκά θεάματα, τον Αριστοφάνη, τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρο, τους Ασίκηδες της Μικράς Ασίας, τους τροβαδούρους, τους αρλεκίνους, τους παλιάτσους. Μόνος. Δεν δέχθηκε βοήθεια από το υπουργείο Πολιτισμού, όταν έμαθαν γι’ αυτόν. Ζογκλέρ, μίμος, ακροβάτης, σχοινοβάτης, ερωτευμένος με όλα, ένα αιώνιο παιδί. «Δεν ήμουν σχοινοβάτης, στα 40 μου έμαθα να σχοινοβατώ. Ιούλιο και Αύγουστο για 40 χρόνια γυρνούσα τις πλατείες συνοικιών και χωριών. Ενιωθα πως δεν ήμουν μόνο για να φτιάχνω κοσμήματα, αλλά και για να βάλω κι εγώ ένα πετραδάκι χαράς, αισιοδοξίας, γιορτής. Για δύο ώρες είχα εκατοντάδες φίλους. Ηταν υπέροχα», θυμάται. «Γύρισα όλη την Ελλάδα, από τις πιο όμορφες χώρες που είδα, σε κάθε στροφή έλεγα εδώ θέλω να ζήσω. Δεν είναι τυχαίο που εδώ, σε κάθε εποχή, υπάρχει μια χούφτα ανθρώπων η οποία μας εμποδίζει να γίνουμε τέρατα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ