Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η έμμετρη, πλην αμετροεπής κολακεία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χωρίς τίτλο. Ξύλο, χώμα, χρώματα σκόνες, ρολόγια, πλέξιγκλας, 100x150 εκατ. Εργο (2004) του Δημήτρη Αληθεινού από την έκθεσή του στη Roma Gallery (Ρώμα 5, Αθήνα). Από τις 19/9 έως τις 19/10.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Με όποιο όνομα κι αν τα φέρουμε στο μυαλό μας, λιανοτράγουδα, μαντινάδες, στιχοπλάκια, κοτσάκια, μανέδες κ.τ.λ., τα δίστιχα της λαϊκής ποιητικής δημιουργίας αξίζουν την προσοχή και την αγάπη μας. Οχι σαν λείψανα ιερά. Αλλά σαν μια μορφή ανώνυμης ποιητικής τέχνης, η οποία, πρώτον, κατόρθωσε το καίριο με τον πλέον απλό και οικονομημένο τρόπο· και, δεύτερον, είναι ό,τι πιο κοντινό στο αυθεντικά λαϊκό. Στις εκτενείς και πολύπλοκες παραλογές, λ.χ., είναι πολύ πιο λογικό να υποθέσουμε την αρχική (τουλάχιστον) εμπλοκή γραμματισμένου ανθρώπου, που ίσως έχει και μερική έστω ή αποσπασματική γνώση κάποιων αρχαίων μύθων.

Υπάρχει όμως και κάτι τρίτο, με το οποίο συμφωνούν σχεδόν όλοι οι μελετητές των δημοτικών: Το δίστιχο είναι πια το μοναδικό όχημα με το οποίο κινείται η λαϊκή ποίηση. Ή μάλλον είναι το μοναδικό με το οποίο οδηγείται αρκετά συχνά σε ωραία αποτελέσματα, κυρίως στον νησιωτικό κόσμο, την Κρήτη και την Κάρπαθο, όπως πιστοποιείται και από σχετικές εκδόσεις. Σε εφημερίδες της Περιφέρειας μπορεί ακόμα να βρει κανείς πολύστιχα πένθιμα στιχουργήματα για αγαπημένους νεκρούς, ή άλλα που προκύπτουν με την ευκαιρία κάποιας ιστορικής επετείου, τοπικής ή εθνικής. Σπανίως όμως αποδεικνύουν τη συγκίνησή τους. Αθροίσματα στερεοτύπων είναι συνήθως, φορτωμένα πάνω σ’ έναν μηχανιστικό, καταπονημένο δεκαπεντασύλλαβο.

Και να που ο δεκαπεντασύλλαβος, από θεράπων και αγωγός της φυσικής μας ανάσας, υποβαθμίστηκε σε άνευρο, ράθυμο αχθοφόρο μιας επίσης άνευρης, ασυγκίνητης και αντιγραφικής στιχουργικής επιθυμίας, που παράγει τα χειρότερα προϊόντα της όταν αποσκοπεί στην αχαλίνωτη κολακεία. Οταν δηλαδή υπονομεύει και ακυρώνει τον ίδιο τον γενετικό χαρακτήρα της δημοτικής ποίησης: την άρνηση ακριβώς της κολακείας. Την άρνηση του ψεύδους, της πλαστής συγκίνησης και της γλώσσας της πρησμένης από αποθεωτικά επίθετα και κραυγαλέες παρομοιώσεις.

Ο λαϊκός τραγουδιστής δεν ύμνησε ούτε τους ισχυρότερους κλεφταρματολούς ερήμην των πεπραγμένων τους, ακόμα και στις περιπτώσεις που μπορούμε να εικάσουμε πως υπήρξε «ανάθεση έργου», κατά το πρότυπο της πινδαρικής αρχαιότητας. Ούτε τους ηρωικότερους και ευγενέστερους από τους ήρωες του Αγώνα. Τους δόξασε ενταγμένους στην ιστορία, την προσωπική του καθενός και τη γενική. Το σέβας του γι’ αυτούς και η περηφάνια του δεν εξέπεσαν σε δουλική ή πρόστυχη κολακεία.

Γι’ αυτό και προκαλεί θλίψη το έθιμο των τελευταίων δεκαετιών (δεν είναι όλα τα έθιμα ιερά ούτε η παράδοση όσια και διατηρητέα στο σύνολό της) να θυσιάζεται η τέχνη του δίστιχου κάθε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, όταν καλαντιστές επισκέπτονται γραφεία προυχόντων για να τους ευχηθούν, αλλά και κάθε φορά που ένας προύχοντας «κατεβαίνει» σε κάποιο νησί, οπότε οι τοπικές αρχές, και κυρίως οι ομοϊδεάτες του, τον υποδέχονται έμμετρα μεν, αμετροεπώς δε. Με το ζόρι ποίηση. Ανοστη, τεχνητή και εξόφθαλμα άτεχνη. Και με το ζόρι δεκαπεντασύλλαβος. Σαν άθροισμα συλλαβών και μόνον. Οχι σαν ο φυσικότερος πολλαπλασιαστής και ο διαυγέστερος εκφραστής της σκεπτικής συγκίνησης.

Το τελευταίο κρούσμα σημειώθηκε στην Κάρπαθο. Είχε πάει εκεί, πρωθυπουργός πια, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης. Αρχές Αυγούστου. Στην Ολυμπο, με τη μακρά παράδοση στην τέχνη της δημοτικής ποίησης, τον πλησίασε μια ηλικιωμένη και, από ευγένεια ή και πίστη στα λεγόμενά της, του αφιέρωσε την εξής μαντινάδα: «Εσύ είσαι του αετού ο γιος, με λιονταρίνα μάνα. / Στον κόσμο εγεννήθηκες για να σώσεις την Ελλάδα». «Του αετού ο γιος» είναι βέβαια δάνειο από άλλο τραγούδι, και μάλιστα των βασιλοφρόνων. Τα δάνεια όμως συνηθίζονται, στη ζωή και στην τέχνη. Να φανταστώ ωστόσο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη αετό, δυσκολεύομαι αφάνταστα, δεν θα το τολμήσω. Αλλά δεν είναι αυτό που με πειράζει στο δίστιχο. Ούτε φυσικά το γεγονός ότι ο δεύτερος στίχος είναι υπέρμετρος κατά μία συλλαβή. Αυτά είναι πράγματα που γίνονται. Και τα οποία πιστοποιούν ότι δεν είναι καλά και σώνει λαϊκός ποιητής κάθε λαϊκός άνθρωπος. Θέλει τον κόπο του το πράμα και τον χρόνο του. Και την παρέα.

Αλλο το βαρύτατα ενοχλητικό: ότι η μαντιναδούλα της ηλικιωμένης Καρπάθιας είναι μετριοπαθέστατη, αν τη συγκρίνουμε με όσα κηρύσσουν οι αγιογράφοι του κ. Κυρ. Μητσοτάκη από τηλεοράσεως (σχεδόν απ’ όλα τα κανάλια), από τους συντριπτικά περισσότερους ραδιοσταθμούς και τις συντριπτικά περισσότερες εφημερίδες, με υμνητικούς γιγαντότιτλους και σχόλια τυπωμένα με λιβάνι, όχι με μελάνι. Δεξιοί και μια φορά κι έναν καιρό αριστεροί ψάλτες αναπέμπουν ύμνους στον Εκλεκτό και, κόντρα σε ό,τι ξέρουμε από τα θεολογικά, τον συγχωρούν αυτοί για οτιδήποτε και εκ προοιμίου.

Το πρόβλημα είναι ότι ο πρωθυπουργός δείχνει να εννοεί στην κυριολεξία τους τα δοξολογήματα, να τα εισπράττει σαν απολύτως αληθεύοντα. Απόρρητες πληροφορίες από τον προσωπικό του καθρέφτη δεν διαθέτω, αρκεί όμως ο καθρέφτης του βλέμματός του την ώρα των λιβανωτών. Σίγουρα η άκρα αυτοπεποίθηση που φαίνεται εκεί, η απόλυτη εμπιστοσύνη του σε έναν εαυτό-είδωλο που έχουν πλάσει οι άλλοι γι’ αυτόν, τον έπεισε να δηλώσει εκτός όλων των άλλων και ποιητής. Μαντιναδόρος. Και φεύγοντας από την Κάρπαθο αποχαιρέτησε τους νησιώτες με μια χειροποίητη μαντινάδα. Να πιστεύει ότι ο δεκαπεντασύλλαβος είναι υπόθεση γονιδίων, ότι κάθε Κρητικός είναι δυνάμει Κορνάρος και εκ φύσεως Χορτάτσης; Δεν το πιστεύω.

Ποια η μαντινάδα του; Εδώ η ιστορία των γραμμάτων μας απέκτησε έναν επιπλέον μπελά. Ακουσα και ξανάκουσα τη μαντινάδα στο Διαδίκτυο, και καταγράφω ευλαβικά: «Την Κάρπαθο αγάπησα δεν το περίμενα τόσο, / και την αγάπη σας υπόσχομαι να την ανταποδώσω». Θέλει δουλειά, είναι προφανές. Δεκαεξασύλλαβος ο πρώτος «δεκαπεντασύλλαβος», δεκαεπτασύλλαβος ο δεύτερος. Πρώτα σκεφτόμαστε μια εύκολη ομοιοκαταληξία κι έπειτα ψάχνουμε για λέξεις-παραγεμίσματα.

Προσοχή όμως: Αυτή είναι η ακουστική εκδοχή της πρωθυπουργικής μαντινάδας. Η γραπτή της μορφή, όπως τη διάβασα σε διάφορες ιστοσελίδες, λ.χ. στο διαδικτυακό «Βήμα» (4 Αυγούστου), διαφέρει αρκετά: «Την Κάρπαθο αγάπησα δεν φανταζόμουν πόσο, / και την αγάπη σας αυτή θα την ανταποδώσω». Είναι φανερό. Κάποιος (λογοτεχνικός σύμβουλος του Μαξίμου ή φιλόμουσος δημοσιογράφος;) είπε να σώσει τα (προ)σχήματα. Και προσάρμοσε τους δύο στίχους στο πατρόν των 15 συλλαβών. Ωστόσο, είπε να κάνει το(ν) καλό κι έκανε κακό: Στη διορθωμένη, γραπτή παραλλαγή της μαντινάδας, ο δεύτερος στίχος είναι ξεκρέμαστος, δεν δένει με τον πρώτο.

Στον πρώτο ο κ. Μητσοτάκης μιλάει για τη δική του αγάπη προς την Κάρπαθο και μόνο. Ποια είναι λοιπόν «αυτή η αγάπη τους» που θα ανταποδώσει; Ποια παραλλαγή οφείλει να καταγράψει και να απαθανατίσει η γραμματολογία μας, σαν έκτακτο επεισόδιο;

Η κολακεία υπνωτίζει και φθείρει. Ο νέος πρωθυπουργός μπορεί να σιγουρευτεί γι’ αυτό ρωτώντας τους προκατόχους του. Ολους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ