Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ελένη Ράικου: Τσιγκέλια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Η πρόταση για τη σύσταση Προανακριτικής είναι ασυνήθιστα εντός θέματος. Δεν είναι, όπως πολλές από τις απόπειρες προηγούμενων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, ένα γενικόλογο αντιπολιτευτικό «κατηγορώ». Είναι, με τη στενή έννοια του όρου, ένα λιτό κατηγορητήριο.

Λιτό δεν σημαίνει ρηχό. Μέχρι προχθές, οι αιτιάσεις κατά του τέως αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης ήταν τριών ειδών: Πολιτικές – από τους αντιπάλους του, που αμύνονται σαν θύματά του. Εμμεσες – όπως του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που συνάγει από τις κινήσεις των συναδέλφων του τον ρόλο του «Ρασπούτιν». Και  αυτοενοχοποιητικές – καθώς ο ίδιος ο ερευνώμενος υπουργός δεν έκρυβε τους τρόπους του. Αντιθέτως. Κόμπαζε.

Με την κατάθεση της Ελένης Ράικου η υπόθεση φαίνεται να αλλάζει επίπεδο. Οχι μόνο επειδή η εισαγγελέας περιγράφει όσα υπέστη η ίδια από τον ερευνώμενο. Αλλά κι επειδή δεν μπορεί κανείς εύκολα να της καταλογίσει πολιτικά ελατήρια.

Θα μπορούσε μήπως να της καταλογίσει βεντέτα με τον πρώην συνάδελφό της; Θα μπορούσε αν δεν υπήρχαν ομοιοπαθείς. Αν δεν είχε από τις καταγγελίες άλλων δικαστικών διαφανεί ήδη μια τυπολογία ρασπουτινικής δράσης. Αρκεί κανείς να συγκρίνει τη μαρτυρία της Ράικου με τη μαρτυρία της Τσατάνη. Οι πιέσεις ασκούνται πρώτα παρασκηνιακά. Αν ο πιεζόμενος βρεθεί απρόθυμος, παραδίδεται στα δημοσιογραφικά παραρτήματα, για να κρεμαστεί στο τσιγκέλι.

Ο Ρασπούτιν δεν ήταν μοναχός. Είχε εταίρους. Αν οι πρώτες ενδείξεις είναι σωστές, η «εταιρεία» έχει αφήσει πίσω της πολλά ίχνη – δηλαδή πολλούς μάρτυρες. Η εμπειρία από όμοιες υποθέσεις, ανάλογου πολιτικού φορτίου, που εκτυλίσσονται σε κοινοβούλια με δοκιμασμένη ανακριτική αποτελεσματικότητα, δείχνουν ότι τη διαφορά μπορεί να κάνει ένας whistle-blower. Ενας δημόσιος λειτουργός που υπερβαίνει γραφειοκρατικές καθηλώσεις και υπαλληλικές φοβίες για να τιμήσει, με προσωπικό κόστος, τον όρκο του, καταγγέλλοντας τους ανωτέρους του.

Το να προβάλλει κανείς αυτό το πρότυπο στα δικά μας πράγματα ακούγεται μάλλον σαν χολιγουντιανή φαντασίωση. Για τους δικαστικούς λειτουργούς όμως –που η αλήθεια είναι ότι δεν περίμεναν τον Ρασπούτιν για να νιώσουν πολιτική πίεση– η έρευνα συνιστά μια ιστορική ευκαιρία: να αποδειχτεί για πρώτη φορά ότι η καταπάτηση της ανεξαρτησίας του θεσμού που υπηρετούν δεν μένει ατιμώρητη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η υπόθεση μπορεί να καταταγεί στο business as usual της μεταπολίτευσης. Δεν υπάρχει προηγούμενο παρα-πολιτικο-δικαστικο-δημοσιογραφικής μηχανής για κατασκευή ενόχων.

Η στοιχειοθέτηση του κατηγορητηρίου δεν επαφίεται, βέβαια, μόνο σε όσους εμφανιστούν έτοιμοι να μιλήσουν. Επαφίεται εξίσου στους βουλευτές της πλειοψηφίας, που θα κρατούν από την επόμενη εβδομάδα τα ηνία της διαδικασίας. Εκείνοι πρέπει να αντισταθούν στο θέατρο. Και να ταράξουν εαυτούς στη δικονομία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ