ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Το θυμάμαι σαν τώρα», λέει ο Σταμάτης Φασουλής για μία από τις εικόνες των παιδικών του χρόνων που δεν ξέχασε ποτέ. «Ηταν το 1959, ήμουν μαθητής ακόμη του Δημοτικού, όταν μια μέρα, καθώς τρώγαμε με τη μητέρα μου παγωτό καϊμάκι στο Πασαλιμάνι, έφτασε μια βενζινάκατος και κατέβηκαν η Μαρία Κάλλας, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ και η Τίνα Λιβανού. Ολα τα παιδιά τρέχαμε για να δούμε τι συμβαίνει». Ηταν μία από εκείνες τις κρουαζιέρες του Αριστοτέλη Ωνάση, με την πολυτελή θαλαμηγό του, στην οποία για χρόνια φιλοξενήθηκαν πολλοί. Από τον Τζον Κένεντι και τον βασιλιά Φαρούκ της Αιγύπτου έως την Τζίνα Λολομπριτζίτα, τη Σοφία Λόρεν και τον Γκάρι Κούπερ.

Σε λίγες ημέρες, ο Σταμάτης Φασουλής θα υποδυθεί στη σκηνή τον διάσημο κροίσο. Οι αφίσες στην πόλη αποκαλύπτουν τη μεταμόρφωσή του, από τις πιο επιτυχημένες, που έγινε με τη βοήθεια του Αχιλλέα Χαρίτου. Την έχει χρονομετρήσει, χρειάζεται 40 λεπτά κάθε βράδυ στο καμαρίνι να γίνει ο Αριστοτέλης Ωνάσης. «Κάθομαι ακίνητος και μου επιθέτουν μύτη και διάφορα άλλα χαρακτηριστικά».

«Ωνάσης: Τα θέλω όλα» είναι και ο τίτλος που έδωσε στην παράσταση, η οποία ανεβαίνει στις 11/10 στο Παλλάς με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον ηθοποιό, ο οποίος υπογράφει το έργο και τη σκηνοθεσία. «Κάπου διάβασα “ο άνθρωπος που τα ήθελε όλα”. Δεν μου άρεσε καθόλου το τρίτο πρόσωπο. Ο Ωνάσης είναι μόνο πρώτο πρόσωπο».


H μεταμόρφωση του Σταμάτη Φασουλή, από τις πιο επιτυχημένες, έγινε με τη βοήθεια του Αχιλλέα Χαρίτου. Την έχει χρονομετρήσει, χρειάζεται 40 λεπτά κάθε βράδυ στο καμαρίνι, για να γίνει ο Αριστοτέλης Ωνάσης.

Η πρώτη ύλη

Για να γράψει το έργο βασίστηκε σε πολλά βιβλία που γράφτηκαν για τον Ελληνα κροίσο, αλλά κυρίως σε εφημερίδες και περιοδικά που έδιναν «σχεδόν μια 3D άποψη», όπως λέει στην «Κ». «Κάθε εφημερίδα παρουσίαζε το θέμα του γάμου με την Τζάκι σε πολλά δημοσιεύματα, όπως τη σχέση του με την Κάλλας, την άποψη των Αμερικανών, των Αγγλων ή των Γάλλων γι’ αυτόν. Οι βιογράφοι Φρανσουά Φορεστιέ και Πίτερ Ιβανς γράφουν σχεδόν τα ίδια. Αν και ο Ιβανς έγραψε ένα δεύτερο βιβλίο, το “Νέμεσις”, που είναι σχεδόν υβριστικό, παρότι στο πρώτο εκθείαζε τον Ωνάση. Μάλιστα, τη μεταφορά του στο θέατρο ανέλαβε ο συγγραφέας Μάρτιν Σέρμαν με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Λίντσεϊ, αλλά δεν πήγε καλά».

Ο Φασουλής στάθηκε πολύ σε συνεντεύξεις, ντοκιμαντέρ, στο πρότζεκτ «Maria by Callas» του Τομ Βολφ και στο βιβλίο του Δημήτρη Λυμπερόπουλου. «Η παράσταση είναι κάτι μεταξύ φιξιόν, ντοκιμαντέρ και αναπαράστασης. Παρακολουθούμε τις ιστορίες, αλλά και τον κοινωνικό αντίκτυπο που είχαν». Εκείνο που τον παίδεψε ήταν «να φτιάξω δραματουργικά ένα έργο που να ολοκληρώνεται. Να έχει την ύβρι, να έχει και την κάθαρση».

Μία επιπλέον δυσκολία ήταν και ο χώρος. Το Παλλάς θέλει ιδιαίτερη προσέγγιση. «Αν η κίνηση παίζει ρόλο σε ένα μικρό θέατρο, στο Παλλάς η ακινησία γράφει. Για να σταμπιλαριστεί το πρόσωπο και το αίσθημα που διαθέτει. Το κατάλαβα όταν έκανα το “Κλουβί με τις τρελές” και μετά το “Αρσενικό και παλιά δαντέλα”. Ο,τι γινόταν εν εγρηγόρσει δεν “έγραφε” στην πλατεία, γιατί το κοινό δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί σε ένα πρόσωπο και σε μία κίνηση. Στους μεγάλους χώρους πρέπει να βρεις μια-δυο σκηνές που να συμπυκνώνουν όλες τις κινήσεις του χαρακτήρα. Ολα γίνονται πιο λιτά και συγχρόνως πιο μεγάλα. Και στο σκηνικό. Εδώ το σκηνικό (του Γιώργου Γαβαλά) είναι μια ολόκληρη κατασκευή. Δεν είναι νατουραλιστικό, αλλά σαν ένας χώρος που μοιάζει με λιτό υπερθέαμα».

Για πρώτη φορά υπογράφει ολοκληρωμένο θεατρικό έργο, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί. Εχει μεγάλη αγωνία, αλλά όχι τρακ. «Η αγωνία είναι ένα ευγενές αίσθημα, το τρακ είναι εναντίον σου. Εδώ και 25 χρόνια το ελέγχω».

Τελικά, ποια γνώμη σχημάτισε για τον ήρωα που υποδύεται, τον ατίθασο γιο ενός καπνεμπόρου, που έγινε ένας από τους διασημότερους κροίσους του 20ού αιώνα; «Η παράσταση δεν είναι ούτε αγιογραφία ούτε λιβελλογράφημα. Παρουσιάζονται όλες οι γνώμες, από τις πιο κολακευτικές έως τις σκληρότερες. Μίλησα με ανθρώπους από την Ολυμπιακή που τον γνώρισαν και δεν μου είπαν τα καλύτερα. Με άλλους που εργάστηκαν στις επιχειρήσεις του στη Νέα Υόρκη, αν και ήταν πια ηλικιωμένοι». Ηταν σε ένα διαρκές πεδίο κατάκτησης. «Διάλεγε γυναίκες που δεν ήξεραν ακριβώς τον έρωτα όπως τον γνώριζε αυτός. Τις προσείλκυε μια σκοτεινή πλευρά του έρωτα». Τρεις ήταν οι βασικές: Τίνα Λιβανού, Μαρία Κάλλας, Τζάκι Κένεντι, που στο Παλλάς υποδύονται αντίστοιχα οι Ευγενία Δημητροπούλου, Κατερίνα Παπουτσάκη και Δήμητρα Ματσούκα.

«Η Τζάκι δεν είχε άλλη λύση, έβλεπε να σκοτώνουν τους Κένεντι έναν έναν. Η Ελλάδα ήταν ένα καταφύγιο, μια σιγουριά για τα παιδιά της. Ο γάμος ήταν μια λύση απόγνωσης. Γύρω από τον χαρακτήρα της ειπώθηκαν πολλά αμφιλεγόμενα: “Το πιο σκληρό πλάσμα”, “η μεγαλύτερη τσιγκούνα του κόσμου”. Ηταν όμως και μια γυναίκα που αγαπούσε την ποίηση. Στη διαθήκη της έγραψε “δεν θέλω νεκρολογίες, αλλά να διαβαστεί πάνω από τον τάφο μου η “Ιθάκη” του Καβάφη”. Ηταν ένα περίεργο κράμα μπιτς και αριστοκρατικής καταγωγής από τον Νότο, που η φιλολογία ήταν ένα ατού στην προίκα της. Η Κάλλας, από την άλλη, δεν ήξερε τι σημαίνει έρωτας, νόμιζε ότι ήταν μια υποχρέωση. Στο ντοκιμαντέρ “Maria by Callas” επαναλαμβάνει διαρκώς ότι η γυναίκα δεν είναι για καριέρα, αλλά για να είναι δίπλα σε έναν άνδρα με τα παιδιά της. Το λέει τέσσερις φορές. Και αυτή είχε αντιφάσεις. Κατάλαβε ότι, εκτός από την τέχνη και όλα τα άλλα, υπάρχει κι ένα κρεβάτι. Το θεωρούσε, όμως, συζυγική υποχρέωση και όχι προσωπική ηδονή. Για την Τίνα Λιβανού, έχω την εντύπωση ότι πρώτη φορά αισθάνθηκε να είναι δίπλα σε έναν πατέρα χωρίς να είναι δεσμευμένη. Γιατί ο Λιβανός ήταν ένας πολύ αυταρχικός άνθρωπος. Οταν παντρεύτηκε, ήταν 17 χρόνων, ο Ωνάσης 46. Ηταν και πολύ καταφερτζής. Οταν στα 25 του ήταν με τη Μαμίτα (Ιγκε ήταν το όνομά της), κόρη εφοπλιστών, έκανε σκι και έγραφε με τον αφρό των κυμάτων το όνομά της. Στη Λιβανού χάριζε ένα μπρασελέ που έγραφε “Τίνα I love you” και στην Κάλλας “Μαρία I love you” κ.ά. Ηταν αρκετά έξυπνος ώστε να μην παραδοθεί στη σκληρότητά του. Εβαζε ένα επίχρισμα συναισθηματισμού, κατά τη γνώμη μου, για να έχει άλλοθι για τον εαυτό του. Αυτό το μείγμα του άσπρου-μαύρου τον έκανε τόσο δαιμόνιο. Και μέχρι να πεθάνει ο γιος του, ο Αλέξανδρος, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Οσο οι άνθρωποί του πέθαιναν και οι επιχειρήσεις του μαραίνονταν, τόσο ανέβαινε σαν άνθρωπος».


Εκτός από τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Σταμάτης Φασουλής έχει γράψει και σκηνοθετεί το έργο. Βασίστηκε σε πολλά βιβλία, αλλά κυρίως σε εφημερίδες και περιοδικά. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Στην κηδεία του Τσώρτσιλ

Είχε και τρυφερές στιγμές. «Πολλοί νόμιζαν ότι “έγλειφε” τον Τσώρτσιλ. Στην κηδεία του Βρετανού ηγέτη, όμως, ενώ όλοι είναι πολύ σοβαροί, εκείνος κρυμμένος κάτω από ένα στασίδι έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Στον γιο του, λέει ένας συνεργάτης του, φερόταν απαίσια – “ρε μαλάκα” και τέτοια. Ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στο Μόντε Κάρλο και ο υπάλληλός του θα τον πήγαινε στο αεροδρόμιο, όταν ο Αλέξανδρος του είπε “θα έρθω κι εγώ”. Φτάνοντας ο γιος του τον χαιρέτησε σταυρωτά. Τρεις φορές έκανε τον γύρο του αεροπλάνου δακρυσμένος ο Ωνάσης, πριν ανέβει, λέγοντας με συγκίνηση στον συνεργάτη του “μ’ αγαπάει, μ’ αγαπάει”. Εκείνος τον ρώτησε: “Tότε γιατί του φέρεσαι έτσι;” Kαι ο κροίσος απάντησε: “Γιατί, πώς του φέρομαι;”».

Τη Χριστίνα, ο Σταμάτης Φασουλής θεωρεί ότι ο Ωνάσης δεν την αγάπησε ποτέ. «Στην τελευταία απόπειρα, εμφανίζεται να λέει: “Αφήστε τη να πεθάνει να ησυχάσουμε”. Ταράζομαι να το αναφέρω. Παίρνοντας αλήθειες από τα γεγονότα, φτιάχνουμε σκηνές που τα περιέχουν χωρίς να τα περιγράφουν».

Ολα αυτά καθρεφτίζουν μιαν άλλη Ελλάδα. Τι λέει ο καταξιωμένος σκηνοθέτης και ηθοποιός για τη σημερινή;

«Είναι φορές που δεν πιστεύω ότι τελείωσε ο εφιάλτης. Ακούω Μέγαρο Μαξίμου και νομίζω ότι θα βγει ο Τσίπρας ή ο Καρανίκας. Είμαι ευτυχισμένος που τελείωσε. Πρέπει να ελπίζουμε για να δημιουργούμε και υποχρεώσεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ