ΒΙΒΛΙΟ

Μετά την τραγωδία, καιρός για αιγωδία

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΦΟΙΒΗ ΓΙΑΝΝΙΣΗ
Χίμαιρα
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 185


Υστερα από δύο ώριμες ποιητικές συλλογές που δεν πέρασαν απαρατήρητες στο εξωτερικό («Ομηρικά», 2009· «Ραψωδία», 2016) και ένα υβριδικό βιβλίο («Τέττιξ», 2012, ταυτόχρονα παρτιτούρα για επιτέλεση, μελέτη φυσικού αντικειμένου, εικαστικό πρότζεκτ και «εργασία πάνω στις αρχαιοελληνικές ζωικές ποιητικές ταυτότητες», για να δανειστούμε δυο λόγια από το οπισθόφυλλο της υπό συζήτηση έκδοσης), η Φοίβη Γιαννίση δεν μας εισάγει απλώς, αλλά μας μπάζει τώρα κανονικά στον κόσμο της κατσίκας, της «Χίμαιρας».

Δυσκολεύομαι να δω το βιβλίο αυτό ως κυρίως ποιητικό, κι ας είναι μια ποιητική σύνθεση ο κορμός του. Ούτε ως παρτιτούρα για επιτέλεση το ξεφυλλίζω, μολονότι ανήκω στους τυχερούς που το 2015 απόλαυσαν την απαγγελία κάποιων ποιημάτων του στην έκθεση «ΑΙΓΑΙ_Ω: Τα τραγούδια», στο Μουσείο Αγγελικής Χατζημιχάλη στην Πλάκα (σε συνεργασία με την Ιριδα Λυκουριώτη). Καταλήγω να θεωρήσω ότι η «Χίμαιρα» συγκροτεί έναν χώρο μέσα στον οποίο εκτίθενται ποιήματα αλλά και άλλα κείμενα, άλλες «φωνές», σχέδια και φωτογραφίες. Πρόκειται, λοιπόν, για βιβλίο-έκθεση; Την εκδοχή αυτή φαίνεται να υποστηρίζει και η ποιήτρια/επιμελήτρια, που στο επίμετρό της μας κατατοπίζει σχετικά: «Το έργο “Χίμαιρα” προέρχεται από τριετή (2013-2015) επιτόπια έρευνα στην κτηνοτροφία αιγών, που πραγματοποιήθηκε στο μαντρί του μετακινούμενου κτηνοτρόφου Γιάννη Μούρτου στο Καλαμάκι Λαρίσης. Παρουσιάστηκε το 2015 υπό τη μορφή έκθεσης...». Είναι ένα τολμηρό κατόρθωμα, που καλούμαστε να το σεργιανίσουμε, όχι απλώς να το διαβάσουμε. Τα ποιήματα που η Γιαννίση έχει συμπεριλάβει στη «Χίμαιρα» ζευγαρώνουν με καταγραμμένα λόγια κτηνοτρόφων που η ποιήτρια συνέλεξε ως ερευνήτρια, με στίχους άλλων ποιητών, αρχαίων και νέων, με δημοτικά τραγούδια αλλά και μαρτυρίες περιηγητών από τη ζωή στην ελληνική ύπαιθρο κατά τους περασμένους αιώνες. Η Γιαννίση μας προτείνει να διαβάσουμε ένα ποίημα και να σταθούμε κατόπιν μπροστά σε μια φωτογραφία· να «ακούσουμε» νοερά ένα δημοτικό τραγούδι κι ύστερα τη λαλιά του κτηνοτρόφου που με σοκαριστική κάποτε φυσικότητα αφηγείται τη σχέση του με τις αίγες· ύστερα πάλι πίσω, στις πολλές φωνές του ποιήματος, στην «αφηγήτρια», στην «Αιγώ».

Τα ποιήματά της ρισκάρουν, έτσι, να ακουστούν σε δεύτερο ή τρίτο πλάνο σε σχέση με τις φωνές βοσκών και περιηγητών, τα κουδούνια των αιγών, τα τραγούδια. Η ποιητική φωνή καθαυτή ενορχηστρώνεται με τρόπο που μπορεί και να παραπέμπει σε μουρμουρητό. Δεν μπορώ να μην το παραλληλίσω με το κυματιστό, αρχετυπικά ρευστό, θηλυκό στοιχείο. Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ: είναι τα «ξένα» λόγια φόντο για τα ποιήματα ή μήπως συμβαίνει και το αντίστροφο; Η ποιητική φωνή-ποταμός κυλά σαν κοπάδι με κατσίκες στον κάμπο, πλάι κι ανάμεσα σε πλήθος αρσενικών, στην πλειοψηφία τους, φωνών, αν εξαιρέσουμε τη Σαπφώ, τη Μάτση (Χατζηλαζάρου), τη φεμινίστρια επιστήμονα Ντόνα Χάραγουεϊ, και ελάχιστες ακόμα. Συντονίζεται με τη φωνή του ζώου, γίνεται συνειδητά νομαδική διασχίζοντας τον χρόνο. Η θηλυκή σεξουαλικότητα και η μητρική θηλυκότητα, που η Γιαννίση φέρνει ήδη με τα προηγούμενα βιβλία της με σπάνια, για τα ελληνικά συμφραζόμενα, έμφαση και θέρμη στο προσκήνιο, γειώνονται με τη βοήθεια του ζώου: «μαιόμουν μόνη μακριά από τους άλλους/ για ώρες τον αέρα έσκιζα/ με τα λυπητερά του ίμερου σπαραχτικά/ βελάσματά μου». Ελεύθερη μα και ανήκοντας στο κοπάδι και στον βοσκό, αυτεξούσια μα και ηττημένη σαν κάθε μάνα, η ποιήτρια νέμεται τη ζωή της κατσίκας, δανείζεται από εκείνην τη φύση που έχουμε χάσει, της προσθέτει τον ήχο του συναισθήματος: «από την αναμέτρηση αυτή βγήκα δικαίως ηττημένη/ λαβωμένη./ η μάνα είναι πληγή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ