ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πώς είναι άραγε να ξεκινάς μια λαμπρή συγγραφική καριέρα καταμεσής του Ψυχρού Πολέμου, να είσαι ταυτισμένος στη συνείδηση του διεθνούς αναγνωστικού κοινού με κατασκόπους μέσα και έξω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, και σήμερα να γράφεις για το Brexit και τη Ρωσία του Πούτιν; Ο Τζον Λε Καρέ δεν χρειάζεται βέβαια συστάσεις. Μετρ των κατασκοπικών θρίλερ και συνάμα δεινός ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, των σχέσεων εξουσίας και της δύναμης της επιθυμίας, με μια κοινωνική-πολιτική ματιά μοναδική στο είδος της λογοτεχνίας στην οποία κινείται, στο νέο του μυθιστόρημα, «Ενας έντιμος άνθρωπος», μεταφέρει τον αναγνώστη στη σύγχρονη Βρετανία που ταλανίζεται από την οξύτατη πολιτική κρίση στο εσωτερικό της, αλλά και σε ένα ρευστό διεθνές σκηνικό όπου ο ρωσικός δάκτυλος μοιάζει να παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι.

Πρωταγωνιστής είναι ο Νατ, βετεράνος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος νομίζει πως θα μπορέσει να γυρίσει στο Λονδίνο, στη γυναίκα του Πρου και στην κόρη του Στεφ, όταν ξαφνικά καλείται να αναλάβει έναν παροπλισμένο υποσταθμό, γεμάτο γηραλέους κατασκόπους, με εξαίρεση τη νεαρή Φλόρενς, που έχει βάλει στόχο έναν Ουκρανό ολιγάρχη με ύποπτα πάρε-δώσε στη Ρωσία.

Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί και ο αντίπαλος του Νατ στο μπάντμιντον, ο νεαρός Εντ, ο οποίος μισεί το Brexit, τον Τραμπ και τη θέση του σε μια απρόσωπη αυτοκρατορία των ΜΜΕ. Ο Εντ θα αποδειχθεί καταλύτης, παρασύροντας τον Νατ, την Πρου και τη Φλόρενς «σε μια πράξη πολιτικής αγανάκτησης με ολέθριες συνέπειες για όλους».

Οπως έχει δηλώσει η επιμελήτρια του Τζον Λε Καρέ στη Viking Books, Μαίρη Μάουντ, «το θέμα με τον Λε Καρέ είναι ότι ένιωθε πάντοτε σαν στο σπίτι του, τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Βρετανία. Ενας άνθρωπος με τη δική του εμπειρία από τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τον διχασμό που επικρατεί σήμερα εντός της Βρετανίας, όπως επίσης ανάμεσα στη Βρετανία και στην Ευρώπη... Μετά το δημοψήφισμα, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σκύψει πάνω από το πού βρισκόμαστε τώρα... Είναι ένα απίστευτα διορατικό αλλά και συναισθηματικά φορτισμένο βιβλίο, καθώς αισθάνεται βαθιά σύνδεση με την ιστορία της Βρετανίας και της Ευρώπης».

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου, που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Bell.


Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες από τις εκδόσεις Bell.

«Στεφ, υπάρχει κάτι για μένα που η μητέρα σου κι εγώ θεωρούμε ότι είναι καιρός να μάθεις».

«Είμαι εξώγαμο», λέει ανυπόμονα.

«Οχι, αλλά εγώ είμαι κατάσκοπος».

Κοιτάζει κι εκείνη μπροστά της. Δεν είχα σκοπό να το ξεκινήσω ακριβώς έτσι. Τέλος πάντων. Λέω τα λόγια μου όπως τα είχα προετοιμάσει, εκείνη με ακούει. Χωρίς οπτική επαφή, άρα χωρίς άγχος. Είμαι σύντομος και χαλαρός. Ετσι έχουν τα πράγματα λοιπόν, Στεφ, τώρα ξέρεις. Ζούσα αναγκαστικά σ’ ένα ψέμα, και δεν επιτρέπεται να σου πω περισσότερα. Μπορεί να φαίνομαι αποτυχημένος, αλλά στην Υπηρεσία μου έχω ένα κάποιο κύρος. Εκείνη δε λέει τίποτα. Φτάνουμε στην κορυφή, αφήνουμε τον αναβατήρα, κατεβαίνουμε τον λόφο, κι ακόμα δεν έχει πει λέξη. Είναι πιο γρήγορη από μένα, ή έτσι της αρέσει να πιστεύει, κι έτσι της αφήνω την πρωτιά. Ξαναβρισκόμαστε στους πρόποδες του αναβατήρα.

Στεκόμαστε στην ουρά χωρίς να μιλάμε κι εκείνη δεν κοιτάζει προς το μέρος μου, αλλά δε με ανησυχεί αυτό. Η Στεφ ζει σ’ έναν δικό της κόσμο, τώρα λοιπόν ξέρει ότι ζω κι εγώ σ’ έναν δικό μου, και δε μιλάμε για κανένα κέντρο απόσυρσης αποτυχημένων υπαλλήλων του υπουργείου Εξωτερικών. Στέκεται μπροστά μου και πιάνεται πρώτη από τον αναβατήρα. Δεν έχουμε καλά καλά ξεκινήσει όταν με ρωτάει στεγνά αν έχω σκοτώσει ποτέ κανέναν. Γελάω συγκρατημένα, λέω όχι, Στεφ, κατηγορηματικά όχι, ευτυχώς, πράγμα που αληθεύει. Αλλοι ναι, έστω και έμμεσα, εγώ όμως όχι. Ούτε καν από μακριά ή δι’ αντιπροσώπου, ούτε καν, όπως το ονομάζει το Γραφείο, με διαψεύσιμη συμβολή.

«Αν δεν έχεις σκοτώσει κανέναν, ποιο είναι το δεύτερο χειρότερο πράγμα που έχεις κάνει ως κατάσκοπος;» –με τον ίδιο αδιάφορο τόνο.

«Να σου πω, Στεφ, υποθέτω ότι το δεύτερο χειρότερο που έχω κάνει είναι να πείσω ανθρώπους να κάνουν πράγματα που δε θα είχαν κάνει αν δεν τους είχα πείσει, ας πούμε».

«Κακά πράγματα;».

«Ενδεχομένως. Εξαρτάται από ποια σκοπιά το κοιτάς».

«Σαν τι, για παράδειγμα;».

«Να προδώσουν την πατρίδα τους, για αρχή».

«Και τους έπεισες εσύ να το κάνουν;».

«Αν δεν είχαν πειστεί ήδη από μόνοι τους, ναι».

«Μόνο ανθρώπους, ή έχεις πείσει και θηλυκούς ανθρώπους;» –που αν είχες ακούσει τη Στεφ να μιλάει για φεμινισμό αυτό δεν είναι τόσο ανάλαφρο όσο ακούγεται.

«Κυρίως αρσενικούς ανθρώπους, Στεφ. Ναι, άντρες, στη συντριπτική πλειοψηφία τους άντρες», τη διαβεβαιώνω.

Εχουμε φτάσει στην κορυφή. Αφήνουμε πάλι τον αναβατήρα και κατεβαίνουμε, με τη Στεφ να προπορεύεται με μεγάλη ταχύτητα. Βρισκόμαστε και πάλι στους πρόποδες του αναβατήρα. Δεν έχει ουρά. Μέχρι τώρα ανέβαζε τη μάσκα του σκι στο μέτωπό της όσο διαρκούσε η ανάβαση. Αυτή τη φορά την αφήνει κατεβασμένη. Εχει επίστρωση καθρέφτη, αδιαπέραστη.

«Πώς ακριβώς τους πείθεις;» συνεχίζει αμέσως μόλις ξεκινάμε.

«Εντάξει, δε μιλάμε και για βασανιστήρια, Στεφ», απαντάω, που είναι μοιραίο λάθος εκ μέρους μου: Το χιούμορ σε σοβαρές στιγμές είναι απλά υπεκφυγή στα μάτια της Στεφ.

«Αρα πώς;» επιμένει, αμετακίνητη στο θέμα της πειθούς. «Να σου πω, Στεφ, πολλοί άνθρωποι κάνουν πολλά πράγματα για τα λεφτά και πολλοί άνθρωποι κάνουν πράγματα από πείσμα ή από εγωισμό. Επίσης υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν πράγματα για ένα ιδανικό, και δε θα έπαιρναν λεφτά ούτε αν τους τα έδινες με το ζόρι».

«Και ποιο ιδανικό είναι αυτό συγκεκριμένα, μπαμπά;» –κρυμμένη πίσω από την αστραφτερή μάσκα. Είναι η πρώτη φορά εδώ και βδομάδες που με αποκαλεί μπαμπά. Παρατηρώ επίσης ότι δε βρίζει, που στην περίπτωση της Στεφ μπορεί να ερμηνευτεί σαν ένα πρώτο σήμα κινδύνου.

«Ας πούμε, για παράδειγμα, ότι κάποιος έχει την ιδεαλιστική άποψη ότι η Αγγλία είναι η μητέρα όλων των δημοκρατιών. Ή ότι αγαπάει την καλή μας Βασίλισσα με ένα ανεξήγητο πάθος. Μπορεί αυτή η Αγγλία να μην υπάρχει πια για μας, αν υπήρξε και ποτέ, αλλά εκείνος το πιστεύει, οπότε το καλλιεργούμε».

«Εσύ πιστεύεις ότι υπάρχει;».

«Με επιφυλάξεις».

«Σοβαρές επιφυλάξεις;».

«Μα για όνομα του Θεού, ποιος δε θα είχε επιφυλάξεις;» απαντάω, πληγωμένος από τον υπαινιγμό ότι δεν έχω προσέξει πως η χώρα είναι σε ελεύθερη πτώση. «Μια Συντηρητική κυβέρνηση μειοψηφίας με παντελώς άχρηστα στελέχη. Ενας εξοργιστικά αδαής υπουργός Εξωτερικών* τον οποίο υποτίθεται ότι υπηρετώ. Οι Εργατικοί δεν είναι καλύτεροι.

Και μόνο η απόλυτη παράνοια του Brexit» –αφήνω τη φράση μου μετέωρη. Εχω κι εγώ αισθήματα. Επαφίεμαι στην αγανακτισμένη σιωπή μου για να πει τα υπόλοιπα.

«Δηλαδή έχεις όντως σοβαρές επιφυλάξεις;» επιμένει με το πιο αθώο ύφος της. «Εως και πολύ σοβαρές. Σωστά;» Συνειδητοποιώ πολύ αργά ότι έχω μείνει εκτεθειμένος, ίσως όμως να ήταν αυτό που ήθελα να επιτύχω από την αρχή: να της δώσω τη νίκη, να αναγνωρίσω ότι δεν πιάνω μία μπροστά στους λαμπρούς καθηγητές της, οπότε τώρα μπορούμε όλοι να επιστρέψουμε σ’ αυτό που ήμασταν πριν.

«Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά», συνεχίζει καθώς ξεκινάμε την επόμενη ανάβασή μας, «στο όνομα μιας χώρας για την οποία έχεις σοβαρές επιφυλάξεις, έως και πολύ σοβαρές, πείθεις ανθρώπους άλλων εθνικοτήτων να προδώσουν τις δικές τους χώρες». Και σαν να το σκέφτηκε εκ των υστέρων: «Και ο λόγος είναι ότι εκείνοι δε μοιράζονται τις ίδιες επιφυλάξεις που έχεις εσύ για τη δική σου χώρα, έχουν όμως επιφυλάξεις για τη δική τους χώρα. Σωστά;».

Τότε ακριβώς αφήνω ένα χαρούμενο επιφώνημα σε αναγνώριση της έντιμης ήττας μου ενώ ταυτόχρονα επικαλούμαι ελαφρυντικά στοιχεία:

«Μα δεν είναι αθώα θύματα, Στεφ! Προσφέρονται εθελοντικά. Τουλάχιστον οι περισσότεροι. Κι εμείς τους φροντίζουμε. Τους ανταμείβουμε. Αν θέλουν λεφτά, τους δίνουμε ένα σωρό. Αν έχουν βρει το Θεό, τον βρίσκουμε μαζί τους. Ο,τι χρειαστεί, Στεφ. Είμαστε φίλοι τους. Μας εμπιστεύονται. Καλύπτουμε τις ανάγκες τους. Κι εκείνοι καλύπτουν τις δικές μας. Ετσι είναι η ζωή».

Ομως η Στεφ δεν ενδιαφέρεται για το πώς είναι η ζωή. Ενδιαφέρεται για το πώς είναι η δική μου ζωή, όπως αποδεικνύεται στην επόμενη ανάβασή μας:

«Οταν έλεγες σε άλλους ανθρώπους ποιοι έπρεπε να είναι, σκέφτηκες ποτέ ποιος ήσουν εσύ;».

«Ηξερα απλώς ότι ήμουν στη σωστή πλευρά, Στεφ», απαντάω, ενώ τα νεύρα μου αρχίζουν να τεντώνονται παρά τις σαφείς οδηγίες της Πρου.

* Οταν γράφτηκε το μυθιστόρημα, υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας ήταν ο Μπόρις Τζόνσον. (Σ.τ.Μ.)

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ