ΘΕΑΤΡΟ

Θηλυκοί κλόουν, προδιαγραφών Μπέκετ

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Η Ολια Λαζαρίδου και η Ναταλία Τσαλίκη υποδύονται, στο έργο «Αέρας» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, δύο εκκεκντρικές, φαρμακερές και αστείες αδελφές που συναντιούνται ύστερα από χρόνια. Αφορμή, ο θάνατος της μητέρας τους αλλά και μια αναπάντεχη κληρονομιά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Χρόνια πολλά και οι δυο τους στο θέατρο, αναζητούσαν μια καλή συνεργασία σε υγιή ατμόσφαιρα, για «να μπορέσουν να ανθίσουν τα πράγματα». Η Ναταλία Τσαλίκη πήρε την πρωτοβουλία να προτείνει στην Ολια Λαζαρίδου να δουλέψουν μαζί στον «Αέρα» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Είχαν συναντηθεί, μαζί και με άλλους συναδέλφους τους, σε μια δράση στο Σπίτι του Ηθοποιού. Ομως, τον φετινό θεατρικό χειμώνα βρίσκονται για πρώτη φορά στη σκηνή, σε ένα νεοελληνικό έργο που τις συγκίνησε και τις δύο.

«Δικό μου ήταν το πλησίασμα προς την Ολια», λέει η Ναταλία Τσαλίκη. «Αισθάνθηκα ότι μας συνδέει μια κοινή ματιά, μια αισθητική, ακόμη και πολλά κοινά στην παιδική μας ηλικία. Θα μπορούσαμε να είμαστε αδελφές».

Στη σκηνή, όντως είναι. Στον σκηνογραφικό κόσμο που έστησε ο Αγγελος Μέντης στο Θέατρο «Ιλίσια-Βολανάκης», με τις σκηνοθετικές οδηγίες του Μανώλη Δούνια, οι δύο πρωταγωνίστριες υποδύονται δύο εκκεντρικές, φαρμακερές και αστείες αδελφές που συναντιούνται έπειτα από χρόνια.

Παλιά τραύματα

Αφορμή στάθηκε ο θάνατος της μητέρας τους αλλά και μια αναπάντεχη κληρονομιά, κάποιοι πίνακες ζωγραφικής. Με ονόματα ιψενικών ηρωίδων, Εντα και Νόρα, πίνουν τσάι στο παλιό σπίτι κοντά στη θάλασσα, με τις γάτες να τις παρακολουθούν από το εξωτερικό πρεβάζι, όσο οι ίδιες ξιφουλκούν με λέξεις... σαν κυρίες. «Με γατίσιους ελιγμούς, ενέδρες και τακτικισμούς και όπλο το χιούμορ» σκαλίζουν παλιά τραύματα και μνήμες.

Μια κωμωδία για την πολυπλοκότητα των σχέσεων. «Οταν το διάβασα, ήταν αυτό που χρειαζόμουν. Είναι αυτό που λέει ο τίτλος του έργου: αέρας», λέει η Ναταλία Τσαλίκη. «Περιέχει την ελαφράδα –όχι ελαφρότητα– που έχει ανάγκη η ζωή μας, που εμπεριέχουμε, αλλά αγνοούμε. Αυτό εισέπραξα διαβάζοντας το έργο. Και, επειδή λειτουργώ πια με το ένστικτο κι όχι με το μυαλό, με κέρδισε αμέσως. Είναι ένα ανοιχτό πεδίο, να δοκιμάσεις υποκριτικές επιλογές, ματιές και θερμοκρασίες με πολλές εναλλαγές. Είναι επίσης ένα δώρο του Χατζηγιαννίδη προς τους ηθοποιούς. Δεν σε κατευθύνει προς ένα δρόμο. Κι αυτό, όπως έχει πει και ο ίδιος, ήταν συνειδητό. Μακάρι να γινόταν και από άλλους συγγραφείς.

Ξέρετε μερικές φορές, προέχει η ανάγκη να επιδείξουμε τις λογοτεχνικές μας ικανότητες βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τον ηθοποιό, ξεχνώντας ότι είναι ένα θεατρικό έργο που πρέπει να το δούμε να πραγματώνεται επί σκηνής. Το έργο αυτό είναι σαν ένα πνευματικό και ψυχικό παιχνίδι. Μας δείχνει ότι αναλωνόμαστε σε πράγματα χωρίς ουσία και στο τέλος συνειδητοποιούμε ότι όλα τα παίρνει ο αέρας, λόγια, συμπεριφορές, καταστάσεις, συγκρούσεις. Oι δύο ηρωίδες αντικατοπτρίζουν πτυχές του εαυτού μας και των άλλων. Ολες μας περιέχουμε την περίεργη, καχύποπτη, τη φοβισμένη, επιθετική γυναίκα αλλά και το ξωτικό».

Η Ολια Λαζαρίδου συγκινείται να παίζει «ένα ελληνικό έργο, ενός ανθρώπου που είναι δίπλα μας, στην πόλη μας, ένα έργο από τα τελευταία του Βαγγέλη». Τη γοητεύουν οι δύο ηρωίδες, «θηλυκοί κλόουν, αλλά μπεκετικών προδιαγραφών», όπως τις περιγράφει. «Μου φέρνουν συχνά στο μυαλό τον Αλμοδοβάρ, ο οποίος κοιτάζει τις γυναίκες με πολλή αγάπη και συγχρόνως μια ματιά που δείχνει ότι τον διασκεδάζουν αφόρητα. Κι εδώ έχω την αίσθηση ότι ο Χατζηγιαννίδης τις αγαπάει πολύ και συγχρόνως οι μούρλες τους τον διασκεδάζουν τρομερά. Εχει και ένα υπαρξιακό κομμάτι: ότι οι δύο ηρωίδες αναλώνονται με ό,τι όλοι μας. Οι σχέσεις στην καθημερινότητά μας είναι ρυθμιστικές κινήσεις οι οποίες –είτε συναισθηματικές διεκδικήσεις, είτε διακανονισμοί για τα χρήματα– αφορούν ένα όφελος. Γι’ αυτά ξοδεύεται όλη η ζωή. Και κάτω απ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα αίτημα να αγαπήσω και να αγαπηθώ – είναι ένας δαίδαλος που δεν φτάνει έξω παρά μόνο σε κάποια έκρηξη μεγάλης λύπης ή μεγάλης χαράς».

Η Ναταλία Τσαλίκη ελπίζει το κοινό να έρθει ανοιχτό «για να φύγει με ένα χαμόγελο». Και εξηγεί ότι υπάρχουν θεατές οι οποίοι αναλώνονται σε αναλύσεις και θεωρίες, «κάτι που τους στερεί την αθώα ματιά που έχει ανάγκη η τέχνη. Οταν ερχόμαστε σε επαφή με την τέχνη πρέπει να πηγαίνουμε χωρίς την αρματωσιά, που χρησιμοποιούμε για να αισθανόμαστε εμείς ασφαλείς. Ξεχνάμε ότι η τέχνη απευθύνεται σε όλους».

Η ταυτότητα του έργου

Είναι το δεύτερο νεοελληνικό έργο που παίζει, γιατί «δεν μου αρέσει η θεματολογία της πολιτικοκοινωνικής ανάλυσης στην οποία προστρέχουν πολλά νεοελληνικά έργα, αν και έχει γίνει πια μια μεγάλη στροφή. Τα καινούργια έργα ακουμπούν σε οικογενειακές σχέσεις και υπαρξιακές καταστάσεις. Ο “Αέρας”  έχει δική του ταυτότητα. Οταν το πρωτοδιάβασα, αισθάνθηκα ότι θα μπορούσε να είναι ένα όνειρο της Εντας, της ηρωίδας που υποδύομαι. Θα μπορούσε να ονειρεύεται την αδελφή της, η οποία θα μπορούσε και να μην υπάρχει. Αλλωστε σε ένα όνειρο όλα μπορούν να συμβούν. Οταν λοιπόν διάβασα μια συνέντευξη του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη στην οποία έλεγε ότι είδε στον ύπνο του ένα βράδυ του 2010 την αρχή του διαλόγου και ότι θυμόταν τα λόγια την επομένη και έγραψε την πρώτη σελίδα, το θεώρησα τρομερή σύμπτωση».

Για την Ολια, η Νόρα και η Εντα μοιάζουν «με λοξά ξωτικά που μιλάνε για τα κληρονομικά, αλλά από κάτω υπάρχει μια ακυρωμένη επιθυμία για επαφή». Πάντα τη γοήτευαν τα πρόσωπα που έχουν αντιφάσεις, ιδωμένα από μια κουνημένη ματιά.

«Αν έχει κάποιος εντιμότητα, θα αναγνωρίσει μέσα τους και τον εαυτό του. Είναι drama queen και οι δύο, απλώς επειδή δεν έχουν κοινό απέναντί τους, παίζουν η μία στην άλλη θέατρο. Εχουν, επίσης, τη διπλή υπόσταση που έχουν οι κλόουν, που δεν είσαι σίγουρος αν είναι παιδιά ή γέροντες. Αυτό το στοιχείο του μικρομέγαλου το έχουν έντονα οι γυναίκες.

Το βλέπω και σε φίλες μου, τη μια στιγμή νομίζεις ότι είναι κοριτσάκια και την άλλη στιγμή, μεγάλες. Ταιριάζει η έκφραση παιδαριογέρων».

Αν αντιμετώπισε δυσκολίες με τη Νόρα που υποδύεται; «Δεν με δυσκόλεψε, ίσως γιατί αυτά τα καλούπια των συγκεκριμένων ηρωίδων είναι αρκετά ανοιχτά ώστε να μπεις μέσα και να τα κατοικήσεις. Το χιούμορ αφορά τη γυναικεία περσόνα. Πιστεύω ότι έχω μέσα μου τα στοιχεία του κλόουν. Πάντα μου άρεσαν. Νομίζω ότι δεν το έχω βγάλει εντελώς, αλλά το περιέχω. Μου είχε δοθεί με έναν άλλον τρόπο όταν έπαιξα στις “Ευτυχισμένες ημέρες” του Μπέκετ. Γιατί και η Γιούνι είναι μια τέτοια ηρωίδα, τραγική και κωμική μαζί. Με ευχαριστεί αυτό το ανάλαφρο πράγμα, γιατί και η Ναταλία έχει μια τέτοια πλευρά όπως εγώ, και μαζί διαχειριζόμαστε τον “Αέρα” στη σκηνή».

Στις πρόβες

Οι πρόβες για το ανέβασμα μιας παράστασης είναι πάντα αποκαλυπτικές. «Ερχεσαι πολύ κοντά στον άλλον αλλά και στις δικές σου ανασφάλειες. Οπότε περνάει ένας χρόνος γνωριμίας μέχρι να εμπιστευθείς και να έρθεις κοντά στον άλλον, ειδικά αν δεν έχετε ξανασυνεργαστεί. Αυτός ο χρόνος δεν είναι πάντα εύκολος. Αυτό όμως που θέλουμε όλοι είναι να αγαπηθούμε από τους ανθρώπους και να κάνουμε τη δουλειά μας όσο μπορούμε πιο εύκολα, σε καλό κλίμα».

Ομως, εκτός από το έργο του Χατζηγιαννίδη η Ολια Λαζαρίδου έχει και την «Ιστορία της Αντιγόνης» που θα σκηνοθετήσει το 2020, στον πάνω χώρο του «Από Μηχανής» θεάτρου σαν ένα συναξάρι ή ένα δημοτικό τραγούδι.

Τώρα τα «Βαπόρια, βαπόρια, πάρα πολλά βαπόρια» που επιμελήθηκε, επαναλαμβάνεται  στο «Βρυσάκι». Στο πρώτο μέρος ο Θεμιστοκλής Καρποδίνης, με τη συνοδεία του Ηλία Μαντικού στο κανονάκι, ερμηνεύει μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από το «S/S ΙΟΝΙΟΝ 1934» του συγκροτήματος «Οι Ξέμπαρκοι» και στο δεύτερο μέρος, η Χριστίνα Τασκασαπίδου αποδίδει θεατρικά το ποίημα «Ενα καράβι μια φορά» του Μάνου Ελευθερίου.

«Πάντα παράλληλα με τις δουλειές που κάνω ως ηθοποιός μου αρέσει να νιώθω ότι κάνω κάτι χειροποίητο στο θέατρο, σαν να φτιάχνω κάτι από βελονάκι». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ