ΠΟΛΗ

Το σπίτι του 1933 στην οδό Κυδαθηναίων

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το σπίτι που έχτισε ο πατέρας του Γιώργου Σεφέρη και της Ιωάννας Τσάτσου στην Πλάκα. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Δεν υπάρχει πιο αθηναϊκή διεύθυνση από ένα δρόμο της Πλάκας. Διαγωνίως απέναντι από τον ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην οδό Κυδαθηναίων, αν κοιτάξει κανείς αριστερά, προς την οδό Νίκης, θα δει το μεσοπολεμικό αρχοντικό Σεφεριάδη στον αριθμό 9. Είναι τριώροφο με κεντρικό έρκερ το οποίο έχει τρία στενόμακρα παράθυρα και εκπέμπει εκείνη την αστική αρχοντιά που είναι ήπια, χωνεμένη, ορισμένη σε ένα τόπο, σε ένα χρόνο, σε μια διαδρομή ανθρώπων.

Ξαναδιάβασα πρόσφατα το βαθύ και λεπταίσθητο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Ιωάννας Τσάτσου «Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης» και καθώς κοιτούσα το σπίτι της, έφερα στον νου τα λόγια της: «Εγώ ένιωθα Αθήνα μόνο γύρω από την Ακρόπολη». Ηταν μεγάλη η χαρά της, όταν ο πατέρας της που έψαχνε οικόπεδο και κοιτούσε προς Πατησίων και Κολωνάκι (στις μεσοαστικές και «καλές», δηλαδή, περιοχές) βρήκε ένα σημείο στην καρδιά της παλιάς Αθήνας για να χτίσει το οικογενειακό σπίτι. Οι αυτοβιογραφικές σημειώσεις της Ιωάννας Τσάτσου οδηγούν απευθείας στην πηγή. Νιώθεις την Ελλάδα, την αγάπη στον τόπο, την έγνοια για τα γράμματα.

Το 1933 χτίζονταν πολλά σπίτια και πολυκατοικίες στην Αθήνα, όλα με τον νέο ρυθμό, τον νεωτερικό, σε ένα ζύγι, ορισμένα, ανάμεσα στα ξέφτια του ρομαντικού εκλεκτικισμού και του τολμηρού μοντερνισμού. Το σπίτι που έχτισε ο καθηγητής Στέλιος Σεφεριάδης, για να έχει μια στέγη όλη η οικογένεια, στη νέα Αθήνα που γεννιόταν μέρα με τη μέρα, στέκει σήμερα μάρτυρας εκείνου του αθηναϊκού ρυθμού, που έμελλε να γεμίσει τους δρόμους της Αθήνας, της αστικής, ανάμεσα στα 1925 και 1940. Ηταν σπίτια με ατμόσφαιρα και προσωπικότητα, με ανέσεις που δεν είχαν τα απλά νεοκλασικά. Ηταν σπίτια που άλλαζαν την καθημερινότητα της Αθήνας. Σε ένα από αυτά τα καινούργια, τότε, στεγάστηκε η ζωή αυτής της ξεχωριστής οικογένειας από τη Μικρά Ασία.

Η Ιωάννα Τσάτσου, που έμεινε στον πάνω όροφο, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, πρωτοαντίκρισε την Αθήνα στα 1914, όταν οι μεγάλες διώξεις των Ελλήνων στα μικρασιατικά παράλια είχαν φέρει συμφορά. Και αυτήν την Αθήνα που «γρήγορα τη νιώσαμε δική μας», η οικογένεια Σεφεριάδη με τα τρία παιδιά, τον Γιώργο, την Ιωάννα και τον δευτερότοκο Αγγελο («πάντα κλειστός, άγνωστος, έσβησε ήσυχα μια νύχτα σε μακρινή γη»), έπιασε αρχικά σπίτι στην οδό Κοδριγκτώνος. Παρότι έλειπε η αρμύρα και ο αέρας της θάλασσας της Σκάλας στα απέναντι παράλια, και ο ορίζοντας ήταν στενός, η αστική Αθήνα του 1915 (χρονιά που ο πατέρας γίνεται καθηγητής στη Νομική Σχολή) έγινε το νέο σπίτι.

Είναι δύσκολο να καταλάβεις μια πόλη χωρίς αυτές τις διαδρομές. Υπάρχει μια νοτισμένη ιστορία χωρίς υλικό αποτύπωμα που περνάει ανάμεσα στις σκιές των σπιτιών. Είναι μία παράλληλη ιστόρηση, ενίοτε πιο αληθινή. Στην οδό Κυδαθηναίων, το σπίτι που με τόσο καμάρι έχτισε ο πατέρας του Γιώργου Σεφέρη και της Ιωάννας Τσάτσου (δίπλα σήμερα στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών), είναι ένας πυρήνας αφηγήσεων. Οταν περνάω αναλογίζομαι τον Σεφέρη, που έμενε στο ισόγειο, όταν ερχόταν από το Λονδίνο. Από το παράθυρο θα έβλεπε την Κυδαθηναίων και μέσα σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο θα έγραφε και θα διάβαζε. Οταν το σπίτι χτίστηκε, τον Νοέμβριο του 1933, το θέρμαιναν «μέρα νύχτα για να στεγνώσει» και μετά το γέμισαν βιβλία. Οι μεγάλες βιβλιοθήκες του πατέρα έρχονταν να φωλιάσουν στην Πλάκα. Και από κοντά, τα βιβλία «του Κωστάκη, του Γιώργου, του Αγγελου». Και της Ιωάννας... εκείνη έφερε και τις «άγιες εικόνες» και κρέμασε «το παλιό καντήλι της μάνας». Και έτσι έγινε ένα σπίτι γεμάτο ιδανικό, ένα σπίτι-σκεπή και ένα σπίτι-κιβωτός, «στα ψηλώματα της παλιάς Αθήνας», όπως έλεγε ο Μυριβήλης. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη