ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Farah Barnes: «Όταν φωτίζεις ένα αριστούργημα...»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΝΔΡΑΚΟΥ

Η Farah Barnes στην εμβληματική σκάλα του νέου μουσείου. (Φωτογραφία: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Αμερικανίδα Farah Barnes βρίσκεται πίσω από τον εκπληκτικό φωτισμό του νέου μουσείου του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, στο Παγκράτι.

O διάλογος του φωτός με τις σκιές είναι κομβικής σημασίας στην τέχνη. Ο τρόπος με τον οποίο απεικονίζεται πάνω στα έργα, τα συναισθήματα που γεννά, οι ενδιαφέρουσες αλληλεπιδράσεις τους. Η επίσκεψη στο νέο πολιτιστικό κόσμημα της πόλης, το αθηναϊκό μουσείο του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, στο Παγκράτι, τροφοδοτεί με αυτές τις σκέψεις τον φιλότεχνο που διαβαίνει το κατώφλι του – αλλά όχι μόνο με αφορμή τα σπουδαία έργα της συλλογής του. Είναι μάλλον απίθανο, φεύγοντας, να μη γυρίζει στο μυαλό σου η ονειρική αίθουσα με τα σχέδια από χαρτί του δεύτερου ορόφου, όπου τα έργα του Πικάσο, του Μπρακ, του Μπαλτίς έχουν φωτιστεί με τέτοιο τρόπο, που δίνουν την εντύπωση ότι λάμπουν στο σκοτάδι. Ή να μην έχεις προσέξει, ανεβαίνοντας τη σκάλα-σημείο αναφοράς του κτιρίου –τον σχεδιασμό του οποίου ανέλαβε το αρχιτεκτονικό γραφείο Ι. και Α. Βικέλας και Συνεργάτες, με επιβλέποντα αρχιτέκτονα τον Νίκο Μουστρούφη–, πόσο αβίαστα διαχέεται στον χώρο ο φυσικός φωτισμός, προδιαθέτοντας ευχάριστα για την κορυφαία εικαστική εμπειρία που σε περιμένει σε καθένα από τα εκθεσιακά επίπεδα.

Προσωπική επιλογή της Ελίζας Γουλανδρή, με την οποία συνδεόταν με σχέση επαγγελματικού σεβασμού, η Αμερικανίδα σχεδιάστρια αρχιτεκτονικού φωτισμού Farah Barnes έκανε την αρχική μελέτη για λογαριασμό του Ιδρύματος. Τη συναντώ στη βάση του στροβιλιστού κλιμακοστασίου, το οποίο επιλέγει και για τις βασικές λήψεις της φωτογράφισης για το περιοδικό – όχι τυχαία, όπως μου εξηγεί, καθώς ο σχεδιασμός του στηθαίου αποτελεί δική της σύλληψη. «Η σκάλα συνοψίζει τη σύνδεση παλιού και καινούργιου που πρεσβεύει το μουσείο, αλλά για μένα αντικατοπτρίζει παράλληλα την κομψότητα της Ελίζας Γουλανδρή. Αποτίνει ουσιαστικά έναν ιδιαίτερο φόρο τιμής σε εκείνη, υμνώντας τη χάρη και τη θηλυκότητά της. Η δημιουργική πρόκληση ήταν μεγάλη, αφενός γιατί ο χώρος είναι μικρός και αφετέρου γιατί τα σκαλιά αναπτύσσονται καμπυλωτά. Θέλαμε ο φωτισμός να είναι χρηστικός και ευχάριστος, αξιοποιώντας τις γεωμετρικές φόρμες και το φυσικό φως. Η αρχιτεκτονική είναι πάνω από όλα φως. Δεν υπάρχει τίποτα να ανακαλύψεις στο σκοτάδι».

Το 1993 η Barnes ταξίδεψε στην Άνδρο για την αναδρομική έκθεση του Paul Klee στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Εκεί έγινε η πρώτη γνωριμία της με τη Γουλανδρή – ο σχεδιασμός ενός μουσείου στην Αθήνα ήταν ήδη στα σκαριά, χωρίς ωστόσο κανείς να μπορεί να προβλέψει ότι θα μεσολαβούσαν σχεδόν τριάντα χρόνια μέχρι την ολοκλήρωσή του και σε διαφορετικό χώρο από αυτόν που προέβλεπε το αρχικό σενάριο. « Όσο περισσότερο τη γνώριζα, τόσο καλύτερα έκανα τη δουλειά μου. Ήταν ανοιχτή ως άνθρωπος, αλλά και σταθερή στις επιλογές της. Και, βέβαια, είχε υψηλά στάνταρ».

Περιηγούμαστε μαζί στους χώρους του μουσείου – όλη η ευρωπαϊκή πρωτοπορία, μαζί με την αφρόκρεμα της ελληνικής σύγχρονης τέχνης, είναι εδώ: «Η αιώνια άνοιξη» του Rodin, ο «Καθεδρικός της Ρουέν το πρωί, ροζ απόχρωση» του Monet, η «Μικρή χορεύτρια δεκατεσσάρων ετών» του Degas. Πόσο δύσκολο είναι να φωτίσεις έναν χώρο που φιλοξενεί παγκόσμια αριστουργήματα, χωρίς η δουλειά σου να ανταγωνίζεται τα εκθέματα; Να φέρει αναγνωρίσιμη την υπογραφή σου, λειτουργώντας συγχρόνως υποστηρικτικά σε αυτά; «Προσπαθείς να είσαι παρών και αόρατος μαζί. Δεν θέλεις να ανταγωνιστείς, αλλά να γίνεις αντικείμενο ανακάλυψης από το κοινό», εξηγεί η Barnes. «Όταν φωτίζεις έναν διάσημο πίνακα, στην ουσία επιχειρείς να συλλάβεις το φως και την κίνησή του με τρόπο συμπληρωματικό και τρισδιάστατο».


Στους χώρους του μουσείου εκτίθενται περίπου 180 έργα, που ανά τακτά διαστήματα θα ανανεώνονται.


Οι εκθεσιακοί χώροι απλώνονται σε τέσσερα επίπεδα πάνω από τη γη, επιφάνειας 1.124 τ.μ., όπου παρουσιάζονται τα έργα της μόνιμης συλλογής, και έναν υπόγειο 530 τ.μ., όπου θα φιλοξενούνται περιοδικές εκθέσεις. Από τα έργα και τα αντικείμενα που την απαρτίζουν, λόγω χώρου, εκτίθενται περίπου 180, τα οποία όμως ανά διαστήματα θα ανανεώνονται, προκειμένου το κοινό να γνωρίσει τη συλλογή στο σύνολό της. «Χρησιμοποιήσαμε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας σε έναν ευέλικτο σχεδιασμό, που επιτρέπει την προσαρμογή του φωτισμού μέσω κεντρικού συστήματος ελέγχου. Παράλληλα, αξιοποιήθηκε το υπέροχο αττικό φως με τρόπο απόλυτα ασφαλή για τα εκθέματα, κατόπιν υπολογισμών, τεχνικών μελετών και εφαρμογής αυστηρών προδιαγραφών. Είναι σημαντικό, όταν βρίσκεσαι στην αίθουσα ενός μουσείου, να μη χάνεις την επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον. Να μπορείς, απολαμβάνοντας ένα έργο τέχνης, να βιώνεις τις διαφορετικές εποχές του χρόνου».

Μοιράζοντας τον χρόνο της μεταξύ ΗΠΑ και Μέσης Ανατολής –τα τελευταία δυόμισι χρόνια διατηρεί γραφείο, εκτός από την Ουάσιγκτον, και στο Άμπου Ντάμπι–, η Farah Barnes καταπιάνεται με πολλά και διαφορετικά αρχιτεκτονικά πρότζεκτ, στα οποία μαζί με τους συνεργάτες της από την εταιρεία APV Architectural Lighting Design καλείται να «δώσει» φως: από χώρους πολιτισμού και εκπαιδευτικά ιδρύματα μέχρι συγκροτήματα κατοικιών και ξενοδοχεία.

Η συνισταμένη, όπως λέει, είναι κοινή. «Να πηγαίνεις πάντα ένα βήμα παραπέρα. Υπάρχουν πολλοί oυρανοξύστες στον κόσμο, αλλά λίγοι είναι αυτοί των οποίων ο σχεδιασμός έχει να “δηλώσει” κάτι. Δεν είναι μόνο θέμα ντιζάινερ, αλλά και του ίδιου του πελάτη. Για να πετύχεις ένα τολμηρό και στιβαρό αποτέλεσμα, απαιτείται εμπιστοσύνη. Στη δική μου περίπτωση, υπήρξα τυχερή. Την εμπιστοσύνη που μου έδειξε η Ελίζα Γουλανδρή την υιοθέτησε έμπρακτα και το Ίδρυμα. Έτσι καταφέραμε και φτάσαμε έως εδώ...».

Το concept design για τον φωτισμό του νέου Μουσείου του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή πραγματοποιήθηκε από το γραφείο APV Architectural Lighting Design και η μελέτη εφαρμογής από το γραφείο P. Square.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ