Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Οι κραυγές της Γκόθαμ Σίτι και οι ψίθυροι της Σεούλ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Ας το πούμε χωρίς περιστροφές: τα «Παράσιτα» του Μπονγκ Τζουν-χο χειρίζονται, σε γενικές γραμμές, το ίδιο θέμα με τον «Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς και δίνουν στον μονόχορδο ήρωα του την καλύτερη απάντηση. Ο Νοτιοκορεάτης δημιουργός είναι αιχμηρός με έναν τρόπο ήσυχο και διεισδυτικό ακόμη και σε σκηνές «σφαγής», το σχόλιο του είναι απολαυστικό στην ευρηματικότητά του, σκοτεινό αλλά και καυστικό, την ίδια στιγμή που ο «Τζόκερ» βουλιάζει στα κλισέ και στην «αντισυστημική» αφέλεια.

Η κοινωνική ανισότητα, οι πλούσιοι που γίνονται, ανά την υφήλιο, πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, οι άνθρωποι του περιθωρίου που ζουν στο όριο της εξαθλίωσης, η βία που γεννούν ο παραγκωνισμός και η συντριβή κάθε ελπίδας έστω και αναμονής για το καλύτερο είναι κοινά θέματα και στις δύο παραγωγές. Ο «Τζόκερ», η πιο εμπορική –με χαρακτηρισμό «ακατάλληλη»– ταινία όλων των εποχών, εστιάζει σε έναν ήρωα διαταραγμένο, απολύτως εξαρτημένο από μια, επίσης ψυχοπαθή, μητέρα, η οποία τον κακοποιούσε όταν ήταν μικρός. Ο Τζόκερ μεταμορφώνεται από μοναχικό και άκακο κλόουν σε δολοφονική μηχανή. Η κοινωνία, το διαρκές μπούλινγκ που υφίσταται, η απόρριψη χωρίς τέλος, ο πατέρας που ποτέ δεν είχε, όλα συγκλίνουν στη λύση των αναστολών του. Σκοτώνει «πλούσιους» και «κακούς», εκπροσώπους της οικονομικής και μιντιακής εξουσίας, ο όχλος ταυτίζεται μαζί του και τον αποθεώνει. Ο Τζόκερ γίνεται η αρχή της ανατροπής, του χάους στην Γκόθαμ Σίτι.

Από την άλλη, ο Μπονγκ Τζουν-χο λειτουργεί χειρουργικά. Η τετραμελής οικογένεια, πατέρας, μητέρα και δύο μεγάλα παιδιά, αγόρι και κορίτσι, ζουν σε ένα βρωμερό και άθλιο υπόγειο. Είναι όλοι άνεργοι, το μόνο που τους απασχολεί, στην έναρξη κιόλας της ταινίας, είναι το σήμα στο κινητό τους, το οποίο έχει χαθεί και το αναζητούν σε κάθε γωνία του –ας πούμε– σπιτιού τους. Εξω από το παράθυρο τους ένας τύπος ουρεί, συνήθεια απ’ ό,τι φαίνεται σχεδόν καθημερινή. Στα επόμενα πλάνα ο φακός αποθεώνει ένα υπέροχο σπίτι με αρχιτεκτονική υπογραφή, σε πλούσια περιοχή, όπου ζει μια άλλη τετραμελής οικογένεια: πατέρας, μητέρα, ένα μικρό αγόρι και ένα κορίτσι στην εφηβεία που κάνει ιδιαίτερα αγγλικών. Στον ρόλο του δασκάλου εμφανίζεται, κατόπιν συστάσεως, ο γιος της οικογένειας του υπογείου.

Από εκεί και πέρα η ιστορία εξελίσσεται σε θρίλερ και σάτιρα την ίδια στιγμή. Οι κοινωνικές ανισότητες για τον σκηνοθέτη είναι αφορμή για μια καλειδοσκοπική προσέγγιση χαρακτήρων και συμβάντων. Η «σπίθα» που οδηγεί σιγά σιγά σε μια ιδιότυπη εξέγερση είναι η «μυρωδιά». Το μικρό παιδί της οικογένειας έχει παρατηρήσει κάτι που δεν έχει απασχολήσει τους ενήλικες: «γιατί αυτοί οι άνθρωποι μυρίζουν το ίδιο;». «Αυτοί οι άνθρωποι» είναι οι γονείς, η κόρη και ο γιος του υπογείου, που εν τω μεταξύ, με τεχνάσματα, διαβάλλοντας και συκοφαντώντας, παίρνουν τη θέση του μόνιμου προσωπικού του πλουσιόσπιτου, προφασιζόμενοι ότι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο μικρός επισημαίνει την ταξική ανισότητα στη «μυρωδιά». Είναι η οσμή του κοινού, φθηνού, απορρυπαντικού του υπογείου, ποιος ξέρει; Η πλούσια κυρία μεταφέρει την εντύπωσή της ότι κάπως έτσι (νομίζει ή της έχουν πει) μυρίζουν όσοι χρησιμοποιούν το μετρό...

Η μυρωδιά ξεκινάει ως μια μάλλον άχρωμη διαπίστωση στην αρχή για να εξελιχθεί σε δυσβάσταχτο χαρακτηριστικό. Βρωμάνε. Οι αντιδράσεις του πλούσιου ζευγαριού παύουν να είναι πολύ διακριτικές. Η σκοτεινή αλήθεια του καπιταλισμού στα «Παράσιτα» αναδύεται ελικοειδώς. Μας κυκλώνει, μας διαποτίζει. Ενα κύμα, παφλασμός στην αρχή, που εξελίσσεται σε τσουνάμι. Ομως τίποτα δεν είναι άσπρο - μαύρο σε αυτήν την ψηφιακή κορεατική κοινωνία, του τεχνητού παραδείσου και των υπαρκτών υπονόμων, όπως στην Γκόθαμ Σίτι του «Τζόκερ».

Το περιθώριο είναι ρεαλιστικό και στις δύο ταινίες, η προσέγγιση, όμως, εντελώς διαφορετική. Τα «Παράσιτα» δεν έχουν κανέναν εμφανή καταγγελτικό τόνο, δεν «κραυγάζουν» για τους αθέατους αυτού του κόσμου. Δεν χρειάζεται να πουν «είμαι τόσο αόρατος που αναρωτιέμαι αν υπήρξα», όπως ο Τζόκερ. Οι ήρωες του Μπονγκ Τζουν-χο φλερτάρουν με το ανέφικτο, κάποια στιγμή το κατακτούν κιόλας, όμως τα «υπόγεια» καιροφυλακτούν. Τους καταπίνουν, κι εκείνοι αποδεικνύονται αδύναμοι. Κατρακυλούν εκεί όπου ανήκουν, όμως στην κίνηση αυτή συμπαρασύρουν την –επίπλαστη– ευτυχία των άλλων. Εκείνων που κατοικούν στους επάνω ορόφους ενός οικοδομήματος το οποίο, ούτως ή άλλως, στηρίζεται σε σαθρό έδαφος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ