ΘΕΑΤΡΟ

Αιμιλία Υψηλάντη: «Η τέχνη αλλάζει διαρκώς»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Φέτος η Αιμιλία Υψηλάντη ερμηνεύει τον ρόλο της Κοντέσσας Βαλέραινας, έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου που αγαπάει ιδιαίτερα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν έχεις δικό σου θέατρο, η επιλογή του έργου που θα ανεβάσεις δεν είναι εύκολη υπόθεση, λέει η Αιμιλία Υψηλάντη. Δεν είναι μόνο ότι πρέπει να διαλέξει το έργο που θα παρουσιάσει στο θέατρο της, το «Αργώ», αλλά και ότι θέλει να παίζει. «Θέλω να παίξω», τονίζει και, δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Αυτή είναι η λαχτάρα του ηθοποιού. Ετσι και φέτος, ήθελε να βρει ένα ρόλο που θα τη γοητεύσει. «Δεν με ενδιαφέρει να είναι πρώτος, σώνει και καλά. Πέρυσι, η ηρωίδα που έπαιζα πέθαινε πριν από τη μέση της παράστασης».

Ετσι οδηγήθηκε στο «Μυστικό της Κοντέσσας  Βαλέραινας». Ενας λόγος παραπάνω, μια που αγαπά πολύ, τα έργα του Γρηγορίου Ξενόπουλου. «Η Βαλέραινα είναι ένας τέτοιος ρόλος. Μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα, αρχόντισσα, που τη φανταζόμαστε λόγω του Ξενόπουλου διαφορετικά». 

Προβληματιζόταν: πώς μπορεί να παιχτεί σήμερα, χωρίς να μυρίζει κάτι παλιό; Η δραματουργική μεταγραφή της Ρούλας Πατεράκη, πάνω στο θέμα της Φωτεινής Σάντρη, τον «Κόκκινο Βράχο» του Ξενόπουλου, πριν από λίγα χρόνια στο Εθνικό Θέατρο, της άρεσε πολύ. «Το θέμα των μεταγραφών είναι ένα απ’ αυτά που πρέπει να δούμε στο θέατρο. Από τη στιγμή που έχω ένα νέο κείμενο, είμαι υποχρεωμένη να είμαι αξιόπιστη σε ό,τι κάνω. Με απασχόλησε ο τίτλος». Γι’ αυτό προστέθηκε: «Ενα ρέκβιεμ πάνω στο έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου, από τη Ρούλα Πατεράκη».

Η διαδρομή της Βαλέραινας ξεκίνησε το 1897 από ένα διήγημα του Ξενόπουλου. Το 1904 γράφτηκε για τη Νέα Σκηνή του Χρηστομάνου που το ανέβασε στο θέατρο και το 1918, αλλαγμένο από τον συγγραφέα, ξαναπαίχτηκε από την Κοτοπούλη. «Η τέχνη αλλάζει διαρκώς, μαζί και τα εκφραστικά μέσα.

Ο λόγος σήμερα στο θέατρο είναι πιο λιτός. Το έργο του Ξενόπουλου είναι μια ηθογραφία. Αν την ανεβάσεις πιστά, θα μιλήσεις με την ντοπιολαλιά της εποχής. Ετσι αναζήτησα έναν άνθρωπο του θεάτρου που να έχει την τόλμη και γνώση. Γιατί ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, είναι το πείραγμα των έργων, χωρίς να προηγηθεί καμία μελέτη. Επέλεξα τη Ρούλα Πατεράκη για τη μεταγραφή, τη διδασκαλία και τη σκηνοθεσία του έργου. Ουσιαστικά ξαναέγραψε όλο το κείμενο. Για να αγγίξει και τον σύγχρονο θεατή».

Η ιστορία είναι απλή. Η Βαλέραινα έχει ορκιστεί να κρατήσει ένα μυστικό. Ομως η ανάγκη, τη βάζει μπροστά στο δίλημμα. «Ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε κάποιον, χωρίς να υπολογίσουμε την ανάγκη που τον οδηγεί να κάνει κάτι. Οπως τότε, και σήμερα, η  μεγαλύτερη γενιά θυσιάζεται για τη νεότερη. Τα διλήμματα που αντιμετώπιζαν οι ήρωες του Ξενόπουλου είναι επίκαιρα, παρότι διαφέρουν οι αξίες από γενιά σε γενιά. Εγώ για παράδειγμα, σαν παλιά ηθοποιός, πολύ λίγο καταλαβαίνω τον αξιακό κώδικα των νέων ηθοποιών. Δεν αναφέρομαι στο επάγγελμα με τη στενή έννοια, τον τρόπο που παίζω, αλλά όλη τη συμπεριφορά. Φυσικά εγώ είμαι η παλιά κι εκείνοι οι νέοι. Αρα οι διαφοροποιήσεις μας αφορούν».

Δεν μπορείς να κάνεις συνέντευξη στην Αιμιλία Υψηλάντη και να μη ρωτήσεις τη γνώμη της για την εικόνα του ελληνικού θεάτρου; Το όμορφο κορίτσι από την Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, και τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, που  έκανε το ντεμπούτο της το 1968 στο θέατρο, ένα χρόνο αργότερα στον κινηματογράφο δίπλα στον Θανάση Βέγγο, από το τέλος της δεκαετίας του ’70 ασχολήθηκε με τα κοινά. Δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων αρχικά, και από το 1981 βουλευτής με το ΚΚΕ, επί 11 χρόνια υπήρξε πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών.

Σήμερα παραδέχεται: «Είμαι τελείως αποπροσανατολισμένη και χαμένη. Βλέπω παραστάσεις που χαίρομαι κι άλλες που λέω, δεν μπορεί να είμαστε αυτό. Στη γενιά μου υπήρχαν ο Σολομός, ο Κουν, ο Ευαγγελάτος κ.ά. Σήμερα, μας λείπουν οι θεατράνθρωποι που καθόριζαν το τοπίο».
Λέει ότι «το επάγγελμα του ηθοποιού δεν είναι πια επάγγελμα». «Με εξαίρεση κάποιους που ζουν από αυτό, οι περισσότεροι τρέχουν από τη μία παράσταση στην άλλη με τρόπο εξαντλητικό, χωρίς να μπορούν να υποστηρίξουν μια εικόνα: τι ερμηνευτές είναι. Ζητάω ηθοποιούς να παίξουμε Τετάρτη με Κυριακή και λένε “θέλω Σαββατοκύριακο”.  Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κενό τόσων ημερών σε μια παράσταση; Παίζουμε τριήμερα, για να παίζουν τα Δευτερότριτα αλλού, και πάει λέγοντας. Είμαι σε ένα θέατρο σημαίνει παίζω ένα έργο που έχει  ορίζοντα παραστάσεων. Μία πορεία που ξεκινάει από τις πρόβες και θέλει μια διαδρομή τουλάχιστον τρεις μήνες, με πέντε παραστάσεις την εβδομάδα. Αν δεν την ακολουθήσεις, δεν μπορείς να εμβαθύνεις στον ρόλο, ούτε ο ρόλος εισχωρεί μέσα σου. Ανεβάζουν έργα για 10 ή 20 παραστάσεις, οι οποίες δεν είναι καν συνεχόμενες. Τι προφταίνουν να κατανοήσουν; Δεν ξέρω ποιο είναι πια το επάγγελμα του ηθοποιού. Οσο για το οικονομικό μέρος του, είναι απελπιστικό και ντροπιαστικό. Και το λέω εγώ αυτό που έχω δικό μου θέατρο».

Πριν κλείσουμε το κασετόφωνο, ρωτάω, «σας λείπει ο συνδικαλισμός;». «Τι να μου λείπει όταν βλέπω πως ό,τι φτιάξαμε γκρεμίστηκε. Αφιερώσαμε χρόνο, δουλειά, ελπίδες, και τώρα είμαστε χαμένοι στο καλλιτεχνικό και εργασιακό θεατρικό τοπίο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ