Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

«Εμείς» και οι «ξένοι»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από το ΚΚΕ ή τα άλλα κόμματα της αντιπολιτεύσεως, ούτε από τις «μαζικές» κινητοποιήσεις, μετά την απαξίωση του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά από το μεταναστευτικό, διότι αποξενώνει την ηγεσία από την παραδοσιακή βάση της Ν.Δ., από τα στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και βουλευτές.

Το σύνδρομο αποξενώσεως των οπαδών της Κεντροδεξιάς (όρος πολιτικά υβριδικός) από την  ηγεσία της, το οποίο αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του στην Ελλάδα, έχει εκδηλωθεί εδώ και πολλά χρόνια σε άλλες χώρες της «παλαιάς Ευρώπης» με εδραιωμένα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα τουλάχιστον από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου – όπως η Ιταλία, η Γερμανία κ.ά., αλλά και η Γαλλία, χώρα με μακροτάτη αστική παράδοση.

Τούτων λεχθέντων, θα ήταν άστοχο να επιρριφθεί ευθύνη άμεσα στον κ. Μητσοτάκη, που είναι ένας κεντρώος φιλελεύθερος πολιτικός, διότι όποιος και εάν ηγείτο της Ν.Δ. σήμερα θα αντιμετώπιζε το ίδιο πρόβλημα και με την ίδια ένταση.

Απλώς η στελέχωση της κυβερνήσεώς του με άτομα και πολιτικούς προερχομένους από το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ και τη «μετριοπαθή πεφωτισμένη» Αριστερά τον καθιστά στόχο κριτικής αυτής της μορφής και τροφοδοτεί αντιδράσεις καταναλώσεως χοιρινού και ζύθου πλάι σε δομή «φιλοξενίας» μουσουλμάνων προσφύγων.

Ο λόγος της αποξενώσεως, ωστόσο, από τμήμα της κομματικής βάσεως, θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι ηγέτες όλων των κομμάτων συγκροτούν την πολιτική «ελίτ» της ενωμένης ούτως ειπείν Ευρώπης, που συναντώνται τακτικότατα στο πλαίσιο ευρυτέρων παραταξιακών ομάδων και, ανεξαρτήτως της ρητορείας που εκστομίζουν στο εσωτερικό, έχουν αντίληψη ποια θέματα συγκροτούν μονόδρομο για την «ολοκλήρωση» της Ενώσεως.

Αντιθέτως, η κομματική βάση, οι εμπλεκόμενοι με την Τοπική αυτοδιοίκηση, οι βουλευτές, που ευρίσκονται σε διαρκή επαφή με τους πολίτες και όχι «έγκλειστοι» σε στρατηγεία περί την ηγεσία, υφίστανται την πίεση των ψηφοφόρων τους και προσαρμόζονται καλώς ή κακώς προς τα κατά τόπους ισχύοντα.

Θεωρητικώς, τα κόμματα ήταν εκείνα που θα όφειλαν να εξοικειώνουν τους οπαδούς με τις προσαρμογές που αναπότρεπτα πρέπει να γίνουν, αφού τίποτε στη ζωή δεν παραμένει αναλλοίωτο. Αλλά οι κομματικοί μηχανισμοί, όλων των παρατάξεων, είναι κλειστά κυκλώματα προαγωγής προσωπικών συμφερόντων κάθε μορφής. Εξ ου και οι πολίτες ενεργούν κατά τους φόβους και τις συνήθειές τους, και υπό το βάρος της οικογενειακής τους εμπειρίας, συχνότατα τραγικής.

Στην Ελλάδα η Δεξιά ήταν και παραμένει σκληρά εθνικιστική, λόγω διαρκών εμφυλίων συγκρούσεων, ενώ παράλληλα η χώρα τελεί μονίμως υπό ξένη απειλή. Η ελληνική Αριστερά, πάλι, παραμένει στον πυρήνα της «μαρξιστική» της μιας ή της άλλης μορφής, προσαρμοζόμενη «αστικώς» κατά περίπτωση.
Κινούμαστε εν ολίγοις στη βάση πολιτικών και ιδεολογικών κατηγοριοποιήσεων του 19ου και του 20ού αιώνα, ενώ οι εμπλεκόμενοι με την πολιτική διατρανώνουν, σχεδόν στο σύνολό τους, την πίστη τους στην ενωμένη Ευρώπη. Ηχεί και είναι παράλογο. Αλλά αυτό συμβαίνει πανευρωπαϊκώς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ