ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Περιορισμένη πτώση 0,52% στο Χρηματιστήριο

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Χρηματιστήριο

Ηπια διόρθωση σημείωσε το Χρηματιστήριο Αθηνών μετά τα ισχυρά κέρδη της Πέμπτης, καθώς και του προηγούμενου τριημέρου συνολικά, με τις πιέσεις να αυξάνονται ελαφρώς, αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, αφήνοντας έτσι για μία ακόμη φορά… ερωτηματικό γύρω από το κατά πόσον η αγορά θα μπορέσει να «πιάσει» τις 900 μονάδες πριν από το τέλος του έτους, το οποίο και αποτελεί ένα μεγάλο «στοίχημα» αυτή τη στιγμή.

Οι κινήσεις κατοχύρωσης κερδών στις τράπεζες, οι οποίες και «έτρεξαν» έντονα τις προηγούμενες ημέρες, καθώς και στην Coca-Cola (-3,36%), η οποία μέσα σε ένα διήμερο είχε ενισχυθεί κατά 10%, σε συνδυασμό με την επιδείνωση στην αγορά ομολόγων, δεν άφησαν το Χ.Α. να κινηθεί ούτε κατ’ ελάχιστον στα θετικά, μετά την πρώτη ώρα της συνεδρίασης.

Πιο αναλυτικά, ο Γενικός Δείκτης έκλεισε με απώλειες 0,52% στις 885,24 μονάδες, ενώ ενδοσυνεδριακά κινήθηκε μεταξύ των 882,55 μονάδων με πτώση 0,82% και των 892,33 μονάδων και άνοδο 0,28%, ενώ ο τζίρος διαμορφώθηκε στα 71,97 εκατ. ευρώ. Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης σημείωσε πτώση 1,02% στις 2.220,10 μονάδες και ο δείκτης μεσαίας κεφαλαιοποίησης υποχώρησε κατά 0,64% στις 1.207,88 μονάδες. Ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 0,85% στις 895,68 μονάδες, μετά το άλμα της Πέμπτης, με την Alpha Bank να κλείνει στο -0,31%, την Εθνική Τράπεζα στο -1,31%, την Eurobank στο -0,93% και την Τράπεζα Πειραιώς στο -1,38%.

Σε επίπεδο εβδομάδας, ο Γενικός Δείκτης έκλεισε με κέρδη 2,38% και ο τραπεζικός κλάδος σημείωσε άνοδο 7,27%.

Η ανοδική εκτόνωση της Πέμπτης έφερε τον Γενικό Δείκτη στο εβδομαδιαίο άνω εύρος τιμών και με αυξημένο όγκο συναλλαγών, σχολιάζει ο Νίκος Καυκάς, υπεύθυνος του τμήματος ανάλυσης της «Λέων Δεπόλας Χρηματιστηριακή». Παρά ταύτα, η διαφυγή πάνω από την περιοχή των 900-920 μονάδων δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση.

Καθώς, παρόλο που η ελληνική αγορά δικαιολογεί υψηλότερους πολλαπλασιαστές λόγω της εκτιμώμενης ανάπτυξης, ενδέχεται αυτό να μην επιτευχθεί άμεσα, τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει περαιτέρω ενίσχυση των «hard data» της οικονομίας και ειδικά των επενδύσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ