Σεραφείμ Κωνσταντινίδης ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Καταργήθηκε η παραγωγή ενόχων στις τράπεζες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επιτέλους επικράτησε η λογική. Καταργήθηκε ένα από τα αθέατα, αλλά σημαντικά εμπόδια για την ανάπτυξη. Η ρύθμιση με την οποία τα στελέχη τραπεζών διώκονταν αυτεπαγγέλτως από τους εισαγγελείς με την κατηγορία της απιστίας σε βάρος της τράπεζας επειδή χορήγησαν δάνειο που δεν εξυπηρετείται. Προφανώς οι τράπεζες μπορούν να κάνουν μήνυση σε όποιο στέλεχος τις ζημίωσε, αφού θα έχει υπολογιστεί αναμφισβήτητα η ζημία που προκλήθηκε και ευλόγως θα ζητείται η τιμωρία. Αυτό είναι δικαιοσύνη και ισχύει λίγο πολύ σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Η παλιά ρύθμιση, προϊόν εύκολου λαϊκισμού, έδινε την ευκαιρία σε κάποιους να παριστάνουν τους εξυγιαντές, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσε ευκαιρία πιέσεων, διαπλοκής, απειλών και δαιμονοποίησης κάθε τραπεζικής δραστηριότητας. Εδινε την ευκαιρία σε ορισμένους να ελεεινολογούν τους τραπεζίτες, φορτώνοντας στην πλάτη τους κάθε αμαρτία. Ισως για κάποιους ήταν και ευκαιρία κερδοσκοπίας επισείοντας απειλές.

Κάθε τιμωρία, και όχι μόνον ποινική, ανταποκρίνεται σε κάποιες προϋποθέσεις. Αρχικά πρέπει με κάποιον τρόπο να εντοπίζεται όποιος έκανε το στραβοπάτημα. Εκείνος που ζητάει κυρώσεις, ο εισαγγελέας, για παράδειγμα, που θα ασκήσει δίωξη, πρέπει να αποφασίσει αν αξίζει την προσπάθεια με βάση τα στοιχεία που διαθέτει να ασκήσει δίωξη – η δίωξη πρέπει να πετύχει, με την έννοια ότι οι κατηγορούμενοι θα αποδειχθούν ένοχοι. Τελικά οι ποινές πρέπει να έχουν σημασία, να έχουν νόημα.

Καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν ίσχυε με τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι από τους κατηγορουμένους τελικά αθωώνονταν. Περίπου δεκατέσσερις υποθέσεις απιστίας στελεχών έναντι της τράπεζάς τους τέθηκαν στο αρχείο ή κατέληξαν σε αθώωση, έξι βρίσκονται σε στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης και τέσσερις ερευνώνται από εισαγγελείς.

Ούτε οι άλλες προϋποθέσεις της «σωστής τιμωρίας» ίσχυαν. Οι διωκτικές αρχές δεν έχουν δυνατότητα να εντοπίσουν όσους διαπράττουν απιστία. Στην πραγματικότητα, δεν έχουν ούτε τα γνωστικά εργαλεία ούτε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν πολύπλοκες λογιστικές διαδικασίες για να τεκμηριώσουν το αδίκημα.

Η νέα ρύθμιση, που προϋποθέτει μήνυση των τραπεζών που ζημιώθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις στελεχών, αρκεί για να μην παρασύρονται τα στελέχη αναλαμβάνοντας υπερβολικό ρίσκο. Χωρίς την έγκληση της τράπεζας, τα στελέχη κινδύνευαν με διώξεις χωρίς παράπτωμα.

Τα στελέχη τραπεζών δεν είχαν λόγο να εγκρίνουν δάνειο και μερικά χρόνια αργότερα μπορούσε να αποτελεί αιτία ποινικής δίωξής τους. Και μέχρι να αποδειχθεί τι έγινε, αν ευθύνονται, αν σωστά είναι κατηγορούμενοι, ήταν αμφίβολο αν μπορούσαν να παραμείνουν σε θέση ευθύνης. Κυρίως όμως, στο μακρύ διάστημα που ήταν κατηγορούμενοι αλλά όχι καταδικασμένοι, όλοι θεωρούσαν ότι είχαν διαπράξει τα εγκλήματα, ήταν «ένοχοι». Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα από αυτά τα στελέχη έβλεπαν πρώτη φορά δικαστική αίθουσα, καταδικάζονταν χωρίς δίκη. Επειτα από χρόνια, ελάχιστοι γνώριζαν ότι είχαν αθωωθεί, όλοι ήξεραν ότι κατηγορήθηκαν και οι περισσότεροι πίστευαν ότι, αφού διώκονται, «κάτι έχουν κάνει».

Δεν είχε σημασία, ούτε εξεταζόταν αν είχαν ίδιον όφελος εγκρίνοντας το δάνειο που είχε αποδειχθεί «κακό». Η μοναδική προστασία τους ήταν να μην εγκρίνουν δάνεια. Αμείβονταν για να μην κάνουν τη δουλειά τους.

Η ελληνική οικονομία, όπως και όλες οι άλλες, χρειάζεται τραπεζικά στελέχη που εκπληρώνουν την αποστολή τους. Στα καθήκοντά τους είναι να αναλαμβάνουν υπολογισμένο κίνδυνο. Είναι σωστό να επιβραβεύονται όσοι αποδίδουν και να παραμερίζονται όσοι κάνουν άστοχες επιλογές. Ωστόσο, η κανονική λειτουργία των τραπεζών δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν η μόνη λογική δραστηριότητα είναι η απραξία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ