ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Οι δρόμοι, οι κάθετοι, από την Αχαρνών έως κάτω στην Αλκιβιάδου, χαράσσονται καμιά φορά ακανόνιστα. Η Φερών, π.χ., ή η Σμύρνης δεν συνεχίζουν σε ευθεία γραμμή, μου θυμίζουν μεσαιωνικές πόλεις, εκεί όπου οι σκιές τη νύχτα χάνονται απρόσμενα και οι προσόψεις μισοσβήνουν στις γωνίες. Καθώς περπατούσα και πάλι κάτω από την Αχαρνών, ένιωθα βαμμένος με το χρώμα των εμμονών μου... ναι, πρέπει να έχει κανείς πάθος για να επιστρέφει.

Αλλά αυτό που περισσότερο με δυνάμωνε, αυτό που με έκανε κάθε φορά να επιστρέφω πιο αποφασισμένος αλλά και πιο ήρεμος είναι η θέα όσων αποκαλύπτονταν μπροστά μου. Αν είχα μαζί μου συνοδοιπόρο, θα έπρεπε να είναι ανοικτός σε ερμηνείες της ομορφιάς, γιατί εδώ, στην αθηναϊκή πατρίδα, κάτω από την Αχαρνών υπάρχει ποίηση, εκείνη η ποίηση που θάλλει σε ρωγμές και ψιθύρους. Δεν είναι λοιπόν η αναζήτηση του γραφικού ή της νοσταλγίας, αλλά η ανάγκη για το γνήσιο, για όσα έφερε στην ακτή της πόλης ο αφρός του χρόνου.

Σε εισόδους πολυκατοικιών που μεγαλώνουμε μαζί, έρχεται σε μπάλες ατμού η μυρωδιά εκείνων των στρώσεων που άφησαν οι γενιές των ενοίκων. Στη σκιά των ψηλών μεσοτοιχιών, εκείνων που μας κληροδότησε ο οικοδομικός κανονισμός και που έμελλε να στοιχειώσουν κάθε ιδέα για την εικόνα των πόλεων, συνήθως λιμνάζει ένα μικρό σπίτι. Εχει πολλά μικρά σπίτια η περιοχή της Αχαρνών έως κάτω στη Λιοσίων, σπίτια ατόφιας αθηναϊκότητας, άλλα κατοικημένα και άλλα κενοτάφια, μια μεγάλη συλλογή ερειπωμένων θραυσμάτων εκείνης της παλαιάς αθηναϊκής ζωής που στέκει ακόμη να δηλώσει άραγε τι... Εκεί όμως στέκομαι και ακούω από τη σήραγγα του χρόνου, πόρτες να ανοίγουν, ραδιόφωνα να παίζουν, χαλιά να τινάζονται. Εκείνο το λευκό φως των τηλεοράσεων που τρεμόπαιζαν στα ισόγεια διαμερίσματα και που ασήμωνε τα πεζοδρόμια και μεγάλωνε τις σκιές, έχει πια χαθεί. Υπάρχει όμως μια υγρασία σαν από βρεγμένες παλάμες σε κάθε γωνιά. Απρόσμενα, στην οδό Φωκαίας, εκεί χαμηλά προς την Αλκιβιάδου, ανάμεσα στη Χέυδεν και στη Φιλιππίδου, είδα αυτό το σπίτι.


Το σπίτι στην οδό Φωκαίας 31, κάτω από την Αχαρνών, τυλιγμένο στη σιωπή του, σε νεκροφάνεια. 

Ενα διώροφο στον αριθμό 31, καλυμμένο ολόκληρο από πράσινη λινάτσα, έστεκε βουβό και αμήχανο. Είναι ένα σπίτι από τη χώρα των νεκρών, στεφανωμένο και στολισμένο. Αυτό το πράσινο χρώμα έμοιαζε με μανδύα και αίφνης μου φάνηκε ότι ήταν το χρώμα της μοναξιάς. «Σε ένα χαμένο δρόμο αντάμωσα τη μοναξιά/ και στο σπίτι του γείτονα/ τα χαμένα μου χρόνια», γράφει ένας ποιητής που συνομιλεί με τον αφανή κόσμο, ο Δημήτρης Χιλλ στο ποίημά του «Ο γείτονας» («Κιθαιρώνας», ποιήματα, εκδ. Αγρα, 2017). Ετσι ένιωσα μπροστά σε αυτό το φασκιωμένο σπίτι, με την πλαϊνή αυλή του έρημη, γεμάτη τρίμματα απόβλητης ζωής.

Ηταν μια οπτασία στο γκρίζο, αυτό το πράσινο ίχνος στον στενό δρόμο, σαν νεκρική σινδόνη πλυμένη σε χυμούς δέντρων. Μου έφερε στο νου πολλά σπίτια που είχα προσπεράσει, με εξώθυρες αποκαθηλωμένες χωρίς ρόπτρα ή διαδήματα, σαν ατιμωτικές καθαιρέσεις παρασήμων. Μου έφερε στα χείλη τη γεύση εκείνων των αργόσυρτων απομεσήμερων κάποιους πολλούς χειμώνες πίσω, εκεί γύρω στο ’80.

Προσπέρασα το φασκιωμένο σπίτι της οδού Φωκαίας και ανηφόρισα τον δρόμο. Ηξερα ότι ψηλότερα, στη γωνία με τη Φυλής, θα συναντούσα και πάλι τις δύο γνώριμες γωνίες. Δεξιά, τα ίχνη του παλιού φούρνου, σε ένα διώροφο νεοκλασικό που μόλις και στεκόταν στα πόδια του, και αριστερά, σε ένα ισόγειο σπιτάκι σε εξίσου αξιοθρήνητη κατάσταση, τον πομπηιανό θυρεό, αυτή τη στάμπα σε χρώμα τερακότας που ολοένα και εξαϋλώνεται όπως η μορφή νεάνιδος που γλιστράει στη λήθη. Η οδός Φυλής αναλάμβανε ρόλο από εκεί και πέρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη