ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Αλέκα Κανελλίδου έφτασε πρώτη, από το Μάτι όπου ζει εδώ και χρόνια, στο ραντεβού στο άλσος Παπάγου. Οσο περιμένουμε τον Γιώργο Χατζηνάσιο, θυμάται τη φονική πυρκαγιά του 2018, όσους και όσα χάθηκαν. Επειτα ησυχάζει μιλώντας για την εγγονή της, τη μικρή Αλεξάνδρα. Της έχει πάρει το μυαλό.

Ετσι μας βρήκε ο Γιώργος Χατζηνάσιος στις δύο ακριβώς. «Εχω τρία παιδιά και τρία εγγόνια από τις κόρες μου, ο γιος μου όμως δεν βλέπω να παντρεύεται», παραπονιέται. «Εμείς παντρευόμασταν νέοι, κι εγώ από έρωτα, με τη Μαρία. Σήμερα, νομίζω, δεν φλερτάρουν οι νέοι, είναι όλα στο πάμε». «Είναι πιο ντροπαλοί, κρατημένοι και φοβούνται την απόρριψη», διαφωνεί η Αλέκα Κανελλίδου.

Η συζήτηση περί έρωτος συνεχίζεται, στο κάτω κάτω, εκείνος έγραψε τόσες μελωδίες για χάρη του, ενώ εκείνη τον τραγούδησε αισθαντικά και απόλυτα. «Για τη γενιά μου τα επτά πρώτα χρόνια ήταν τα επικίνδυνα, εκεί δοκιμαζόταν μια σχέση και η φλόγα της όταν έρχονταν τα παιδιά. Το είχα αντιληφθεί γύρω μου κι έτσι έγραψα το τραγούδι “Δεν φταίμε εμείς, φταίει η αγάπη που ξεφτίζει σαν φτερό” το 1978 που είπε η Μαρινέλλα. Με τη γυναίκα μου είμαστε από έφηβοι μαζί. Εχει σημασία να επιμείνεις με τον άνθρωπο που αγαπάς».

«Τι λέει ο άνθρωπος;»

Από τις πιο ερωτικές φωνές, με ένα τζαζ γρέζι, που ακόμη ζηλεύουν ομότεχνές της, η Κανελλίδου τραγούδησε επί δεκαετίες τον ανεκπλήρωτο έρωτα, κοιτώντας στα μάτια πάντα το κοινό. «Τραγουδάμε τους στίχους που έγραψε ένας άλλος, για την ομορφιά και την ασχήμια μιας σχέσης». Αραγε η αγάπη μπορεί να τραγουδηθεί διαφορετικά; «Τραγούδια που εξιδανίκευαν τον έρωτα», λέει ο Γιώργος Χατζηνάσιος, «σήμερα ακούγονται σαν παρατράγουδα. Το “Θα σ’ αγαπώ όσο η γη να μη γυρίζει πια”, που είπε η Δήμητρα Γαλάνη, ακούγεται αφελές σε μια εποχή που οι σχέσεις είναι διαφορετικές. Ακούγοντάς το ο σημερινός 25άρης θα σου πει “τι λέει ο άνθρωπος;”».

Γιατί ζούμε στην εποχή κατά την οποία εξυμνείται κυρίως το πάθος και όσα προκαλεί, παρά ο έρωτας, συμφωνεί η Κανελλίδου. «Οι στίχοι περιγράφουν το αποτέλεσμα της καψούρας. “Θα σε κλείσω έξω από την πόρτα”, “φύγε” και όλα αυτά. Οσο για εκείνο το τραγούδι που σήμερα ακούγεται κάπως αφελές, τότε ήταν υπέροχο».

Οι δυο τους συναντιούνται κάθε Σάββατο και Κυριακή στις «Γραμμές» στον Κεραμεικό, όμως είχαν παίξει μαζί και ως πιτσιρικάδες. «Η Αλέκα ήταν η τραγουδίστρια κι εγώ ο πιανίστας της ορχήστρας. Παίζαμε και τζαζ πριν αρχίσει ο κόσμος να διασκεδάζει, δηλαδή όταν έτρωγαν και έπειτα στο τέλος… για να τους διώξουμε. Ξέρετε, δεν αρέσει η τζαζ σε όλους, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Ακόμη και η δική μου, κάθεται λίγο και μετά φεύγει σαν παίξω στο πιάνο τζαζ κομμάτια».

Κόρη του βιολιστή Γιάννη Κανελλίδη, εκείνη λέει ότι «έπαιξε καταπληκτικά τα τσιγγάνικα». Εκείνος γιος του Αγάπιου Χατζηνάσιου, καθηγητή ωδείων της Θεσσαλονίκης και από τους καλύτερους σαξοφωνίστες της εποχής του. «Σε μια εποχή κατά την οποία ο μπαμπάς έκανε τα παιδιά του πανομοιότυπα στο επάγγελμα, δεν υπήρχαν επιλογές, ούτε αντιδράσεις», λέει ο συνθέτης. Από έξι χρόνων άρχισε μαθήματα πιάνου, αρχικά στο Μακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.

«Μου είπε μια μέρα ο πατέρας: “Γιώργο θέλω να γίνεις μουσικός, έχεις χάρισμα, αλλά τι όργανο θέλεις να μάθεις, πιάνο ή βιολί;”. Απάντησα αμέσως πιάνο. Γιατί οι μουσικοί που έπαιζαν βιολί και έρχονταν στο σπίτι μας, είχαν ένα τερατώδες, στα παιδικά μου μάτια, σημάδι στο λαιμό, κάτι σαν μελάνωμα. Με τρομοκρατούσε και μόνο που το έβλεπα. Δεν ήθελε να γίνω σολίστας, αυτό σήμαινε έξοδα και σπουδές στο εξωτερικό. Με προόριζε για μουσικό, κυρίως της τζαζ, γιατί με την τζαζ ανοίγει το μυαλό».

Στο Ωδείο, βέβαια, η δασκάλα προειδοποίησε τον ξανθό νεαρό: «Αν παίζεις τζαζ, θα σε διώξω». «Τη θεωρούσαν αιρετική μουσική». Εκείνος έβαζε τους δίσκους 45 στροφών να παίζουν στις 33 στροφές «για να αντιγράφω τις νότες στο πεντάγραμμο. Ετσι μπήκα στη σχολή της τζαζ, κι αυτό με βοήθησε να συνεχίσω με τη σύνθεση».

Στο πατρικό της Κανελλίδου στην Πλάκα όπου μεγάλωσε, ακουγόταν κυρίως κλασική και ό,τι έπαιζαν οι μουσικοί φίλοι του πατέρα της που πήγαιναν στο σπίτι. Η Αλέκα προτιμούσε τη μουσική της εποχής και βέβαια, τις πρωταγωνίστριες της τζαζ: Ελα Φιτζέραλντ, Σάρα Βον, Μπίλι Χόλιντεϊ, Ντάινα Ουάσιγκτον. «Ο πατέρας με πίεζε, “μάθε ένα όργανο” παραπονιόταν, αλλά ήμουν τεμπέλα. Φίλος του μουσικός του είπε ότι ψάχνει μια κοπέλα να τραγουδάει ξένα κομμάτια, “θα πω στην κόρη μου”, του απάντησε και έτσι από τα θρανία βρέθηκα με ένα μικρόφωνο στα 17 μου, παρότι ονειρευόμουν να σπουδάσω ψυχολογία».

Τα κατάφερε νωρίς. Πόσοι γνωρίζουν ότι το «Crazy Girl» στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Οι θαλασσιές οι χάντρες», που απογείωσε την καριέρα της Ζωής Λάσκαρη, το λέει στην πραγματικότητα η Κανελλίδου; 

Το ’70 στο Παρίσι

Το Παρίσι της δεκαετίας του ’70 είναι ένα ακόμη κοινό σημείο. Ο Χατζηνάσιος πήγε να σπουδάσει διεύθυνση ορχήστρας, αλλά έφυγε δύο χρόνια αργότερα, θέλοντας να βοηθήσει την οικογένειά του. Εκείνη πήγε για τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και άλλους φίλους που βρίσκονταν εκεί. «Ηθελα να “μυρίσω” το θέμα του εξωτερικού, είχα άλλωστε κάποιους συγγενείς που με φιλοξενούσαν. Βρέθηκε και ένας παραγωγός, μου είπε ότι θα κάνουμε συναυλίες στην επαρχία με ένα μεγάλο όνομα, και ότι θα εμφανίζομαι στο τέλος. Εντάξει, θα πάω ένα σύντομο ταξίδι στην Αθήνα και θα επιστρέψω, του υποσχέθηκα. Δεν γύρισα ποτέ. Ολα αυτά μου φαίνονταν βαρετά. Ημουν βλέπετε ερωτευμένη στην Ελλάδα. Ετσι η εμπειρία Παρίσι κράτησε για εμένα μόλις έξι μήνες».


«Εμείς παντρευόμασταν νέοι, κι εγώ από έρωτα, με τη Μαρία. Σήμερα, νομίζω, δεν φλερτάρουν οι νέοι, είναι όλα στο πάμε», λέει ο Γιώργος Χατζηνάσιος. «Είναι πιο ντροπαλοί, κρατημένοι και φοβούνται την απόρριψη», διαφωνεί η Αλέκα Κανελλίδου. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Το τραγούδι «Ασε με να φύγω» των Γ. Μανίκα και Ν. Ελληναίου, με το οποίο διακρίθηκε το 1974 στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης, ήταν το διαβατήριό της για τον χώρο. Ομως, η δημιουργός που ταυτίστηκε με το αίσθημα της φωνής της ήταν η Νινή Ζαχά.

Τραγούδησε και άλλους: Γιάννη Σπανό, Μίμη Πλέσσα, Πυθαγόρα, Λευτέρη Παπαδόπουλο, Μάριο Τόκα, Λιάνα Κανέλη, Σπύρο Βλασσόπουλο. «Την εποχή που είχες τα μεγάλα ονόματα του τραγουδιού, άργησες να μου πεις “έλα να γράψουμε τραγούδια”», τον τσιγκλάει. «Δεν θυμάμαι. Ομως, πάντα σε εκτιμούσα», της απαντά. Η αλήθεια είναι ότι η Κανελλίδου δεν κυνήγησε ποτέ την καριέρα της.

Οι δυο τους δεν ανήκαν σε ένα ρεύμα του τραγουδιού. Ούτε λαϊκό, ούτε έντεχνο, ούτε πολιτικό. Ούτε Χατζιδακικοί, ούτε Θεοδωρακικοί. «Ηθελα να αισθάνομαι ελεύθερος μουσικά, να παίξω σε όλα τα πεδία, κι αυτό με βοήθησε ως συνθέτη». Σε ποιους απευθύνονται σήμερα; «Το κοινό ανανεώνεται με το Διαδίκτυο», λέει η Κανελλίδου. «Αλλά μη γελιόμαστε: μια καριέρα αναζωπυρώνεται όταν υπάρχει δισκογραφία». 

Το πιάνο, οι ταινίες και ο χρόνος

Η καθημερινότητα βρίσκει τον Γιώργο Χατζηνάσιο να μελετάει κάθε πρωί πιάνο, ακολουθεί η άσκηση πάνω στον διάδρομο, και το βράδυ ταινίες και ιστορικά ντοκιμαντέρ. «Αν δεν ήμουν μουσικός, θα ήθελα να είμαι αρχαιολόγος σε ανασκαφές».

Η Αλέκα Κανελλίδου δεν μαγειρεύει συχνά αφού είναι μόνη, «εκτός αν έρθουν ο γιος και η εγγονή μου».

Δεν έχει πολλά με τον καλλιτεχνικό κόσμο, λατρεύει τα θρίλερ, σιχαίνεται τα ζόμπι, «πλήττω με τις ρομαντικές ταινίες, τρελαίνομαι με τα διαπλανητικά. Σήμερα θα πάω να δω το “Τζόκερ”».

Ο συνομιλητής μας ενθουσιάζεται: «Θέλω να το δω, αλλά η γυναίκα μου δεν αντέχει τις σκηνές βίας». «Πάμε μαζί;» τον παρακινεί η Κανελλίδου. Το επόμενο πεντάλεπτο διαφωνούν αν θα είναι σε πολυσινεμά, βόρεια, ή σε κλασική αίθουσα του κέντρου... «Να μοιράσουμε την απόσταση, και σίγουρα να μην πάρεις αυτοκίνητο» τον προκαλεί γελώντας. «Ο χρόνος σάς φοβίζει;», τη ρωτώ αργότερα, πριν αποχαιρετιστούμε μπροστά στο αυτοκίνητό της: «Γερνάς όταν εγκαταλείπεις κάτι, όχι το αντίστροφο». 

Το κοινό μας δεν αναζητούσε την παρεκτροπή, την έξαλλη εκτόνωση

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν ταυτίστηκαν με στέκια και μικρούς χώρους. Οι μεγάλες πίστες θυμίζουν στην Αλέκα Κανελλίδου τα σημάδια που της έδειξε κάποτε η Δούκισσα στα πόδια της. «Τραγουδούσε σε μεγάλα κέντρα, και τότε τα πιάτα που έσπαγαν δεν ήταν “ψεύτικα”, έκοβαν τα πόδια του καλλιτέχνη».

Το κοινό μας, εξηγεί ο Γιώργος Χατζηνάσιος, έχει ομοιότητες: δεν αναζητούσε την έξαλλη εκτόνωση. «Δεν ήμασταν της παρεκτροπής. Στου “Michel”, στη Φιλελλήνων θυμάμαι είχαν έρθει Καραμανλής, Παπανδρέου, KGB, CIA, όλοι...».

Υπερηφανεύεται ότι καθιέρωσε τους συνθέτες-ντουέτα. «Τότε, πέρα από τον Ζαμπέτα, δεν έβγαιναν στα κέντρα. Εγώ ξεκίνησα τα δύο πιάνα το 1985, με τον Γιάννη Σπανό. Ακολούθησαν πολλοί».

Αν για εκείνον έλεγαν ο «γλυκός», η Κανελλίδου έμοιαζε «απόμακρη». «Πρόσφατα μου είπε κάποιος “είστε εστέτ”. Εστέτ σημαίνει απολαμβάνω το ωραίο, για μένα δεν είναι μομφή».

Οσοι τη γνωρίζουν μιλούν για χαμηλό προφίλ. «Η αιδημοσύνη μού δείχνει στον άνθρωπο ποιότητα, και όταν τη δω σε κάποιον μου αρέσει».

Η συζήτηση στρέφεται στη δισκογραφία. Ο τελευταίος της δίσκος ήταν το 2008, αν και πρόσφατα ξαναμπήκε στο στούντιο για ένα μόνο τραγούδι, το «Οχι άλλες θάλασσες» που ακούγεται στην παράσταση «Μετά τον βυσσινόκηπο». «Στη δισκογραφία συνήθως ήταν κάποιος τρελός μαζί σου, ή, νόμιζε ότι θα σε κάνει όπως αυτός ονειρευόταν. Σκέφτονταν “γιατί να ρίξω χρήματα επάνω της;”. Αυτή λέει ένα είδος, δεν πηγαίνει στην τηλεόραση, δεν είναι επικοινωνιακή».

«Τελευταία φορά», λέει ο Γιώργος Χατζηνάσιος, «ηχογράφησα τραγούδια το 1992, με τον Γιάννη Πάριο. Ηταν τότε που μου είπε η εταιρεία “Γιώργο δεν πρέπει να βάζουμε τα ονόματά σας στο εξώφυλλο, αλλά στο οπισθόφυλλο”». Χρόνια μουσικός, ήταν ο «μορφωμένος» που έβρισκε εισαγωγές σε τραγούδια συνθετών της εποχής.

«Σε εκμεταλλεύονται»

Μια μέρα, ο παραγωγός Χρήστος Ράλλης του είπε «σε εκμεταλλεύονται, γιατί δεν γράφεις τα δικά σου;». Ετσι, ο πιανίστας αποκάλυψε τον συνθέτη από μέσα του. Περίπου 45 δίσκους μετράει με τους: Δήμητρα Γαλάνη, Σταμάτη Κόκοτα, Στράτο Διονυσίου, Βίκυ Μοσχολιού, Χαρούλα Αλεξίου, Δημήτρη Μητροπάνο, Αλέκα Κανελλίδου, Νάνα Μούσχουρη, Τάνια Τσανακλίδου κ.ά.

Οι νέοι τον ανακαλύπτουν από τα 38 σάουντρακ, όπως: «Γλυκιά Συμμορία», «Νοκ Αουτ», «Πρωινή Περίπολος». Εγραψε πολλά και για θέατρο και συμφωνικά έργα. Είναι κατηγορηματικός: «Δεν μου λείπει το τραγούδι. Αφήστε που δεν βρίσκω πια στίχους». 

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε στο «Piu Verde» στο άλσος Παπάγου. Αρχίσαμε με εσπρέσο, περιμένοντας τον Γιώργο Χατζηνάσιο. Οταν ήρθε, μας εξήγησε ότι παρεκκλίνει από τη μεσημεριανή του συνήθεια, το βραστό μπρόκολο, κάτι που έδωσε στην Αλέκα Κανελλίδου τη δυνατότητα για πολλά πειράγματα. Επειτα, διάλεξε παπαρδέλες με ντομάτα και παρμεζάνα αφού το βράδυ θα έτρωγε αργά, επειδή επρόκειτο να πάνε με τη σύζυγό του στο θέατρο. Οι κυρίες της παρέας διαλέξαμε δύο σαλάτες caesar. Ηπιαμε νερό και κόκα κόλα. Ο λογαριασμός, συνολικά, ήταν 49,60 ευρώ. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ