Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Δημήτρης Ινδαρές: Τσιμεντολιθίαση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Εδώ που φτάσαμε, οι επιχειρήσεις της αστυνομίας δεν είναι μόνο αστυνομικές. Εκτός από την παρουσία εισαγγελέα, απαιτούν και την παρουσία εικονολήπτη. Απαιτείται η διαρκής συμμόρφωσή τους με τους όρους του πολιτικού θεάτρου.

Σαν ακούσιοι πρωταγωνιστές αυτού του θεάτρου, οι αστυνομικοί έτρωγαν το βράδυ του Σαββάτου επί μία ώρα μπάζα στο κεφάλι. Ξαναμοιράστηκε έτσι παραστατικά το βάρος της ενοχής. Τα μπάζα εξισορρόπησαν το στίγμα που βάραινε τη δημόσια δύναμη από την επιχείρησή της στον ίδιο χώρο, ένα μήνα πριν.

Αυτή η περιγραφή φαίνεται σαν να γηπεδοποιεί την επιβολή του νόμου: Αναρχικοί - αστυνομικοί 1-1. Ομως, η γηπεδοποίηση –η μετατροπή της ασφάλειας σε πεδίο πεζοδρομιακής αναμέτρησης, όπου η πολιτεία πρέπει να αποδείξει από το VAR ότι παίζει δίκαια– έχει ήδη συντελεστεί.

Αξίζει να συζητάμε ακόμη για το τι έγινε στις 18 Δεκεμβρίου στο Κουκάκι; Ακόμη κι αν η αστυνομία έκανε λάθος, δεν συγχωρείται η αστοχία λόγω φόρτου εργασίας;

Το κρούσμα του Κουκακίου δεν ήταν αστοχία ρουτίνας. Δεν ήταν υπερβάλλουσα βία στον βρασμό μιας προσαγωγής ή μιας καταδίωξης. Ηταν σύλληψη μιας οικογένειας μέσα στο σπίτι της. Ηταν, κυρίως, η καμπάνια γκριζαρίσματος της οικογένειας, που ακολούθησε, για να δικαιολογηθεί αυτή η σύλληψη.

Ενα μήνα μετά, το μόνο επιβαρυντικό στοιχείο κατά των μελών της οικογένειας του Δημήτρη Ινδαρέ που έχει δει το φως της δημοσιότητας είναι οι καταθέσεις των αστυνομικών. Ωστόσο, από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης οι προβληματισμοί αυτοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σαν πολυτέλειες.

Και μόνο η επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα –και μόνο η αφύσικα έναρθρη αντίδρασή του, όταν αγόρευε στους αστυνομικούς περί ελευθερίας, αντί να τους βρίζει, που είχαν δέσει μπροστά του τα παιδιά του– εξελήφθη ως τεκμήριο ενοχής: Αυτός που φώναζε ήταν για πολλούς ένας μπαχαλό-φιλος κουλτουριάρης.

Η αστυνομία και η πολιτική της ηγεσία νιώθουν αυτό το κοινωνικό κλίμα. Νιώθουν ότι έχει συσσωρευθεί τόση αγανάκτηση, τόση λαχτάρα για νομιμότητα, που θα τους συγχωρεθούν όλα, στο όνομα του μεγάλου σκοπού.

Το ερώτημα είναι αν εξυπηρετείται αυτός ο σκοπός από μια αστυνομία που σπαταλάει αυτή την ανοχή, με το να σπιλώνει αμέτοχους πολίτες, αντί να παραδέχεται τα λάθη της. Εξυπηρετείται ο σκοπός από ένα σώμα του οποίου το κανονιστικό σχήμα χαλαρώνει από ρεβανσιστικές, ει μη και δημοσκοπικές, παρορμήσεις;

Ο αντίλογος είναι βεβαίως οι τσιμεντόλιθοι. Οταν έχεις να αντιμετωπίσεις τέτοιον φονικό χουλιγκανισμό, δεν μπορείς, λένε, να ψειρίζεις τη δικονομία.

Ετσι, η ασφάλεια παρουσιάζεται περίπου ασύμβατη με τα δικαιώματα. Οποιος θέλει δικαιώματα, δεν θέλει αστυνομία. Οποιος θέλει τάξη, δεν θέλει δημοκρατία.

Ετσι, οι μπάχαλοι δικαιώνονται. Μεταδίδουν παντού τη χουλιγκανική τους τσιμεντολιθίαση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ