Παναγής Βουρλούμης ΠΑΝΑΓΗΣ ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ

Μήπως ξαναγυρίζουμε στα παλιά;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επειτα από δεκαετή γαλήνη, η ΟΜΕ-ΟΤΕ έκλεισε τις πόρτες, εμποδίζοντας ξανά την πρόσβαση εκείνων που ήθελαν να δουλέψουν.

Την εποχή που ήμουν στον ΟΤΕ, 2004-2010, είχαμε συνεχείς απεργίες. Τίποτε τότε δεν με είχε θυμώσει τόσο όσο ο βιασμός της ελεύθερης θέλησης του εργαζομένου. Η αλλοτρίωση της απόφασής του να απεργήσει ή όχι. Την απόφαση έπαιρνε για εκείνον το συνδικάτο, με το να εμποδίζει την πρόσβαση στον τόπο εργασίας. Αυτό γινόταν με το κλείσιμο με χοντρές αλυσίδες και την περιφρούρηση των εισόδων του μεγάρου του ΟΤΕ και άλλων κτιρίων που στέγαζαν τις υπηρεσίες του. Επίσης, την παραμονή της έναρξης της απεργίας, οι υπεύθυνοι καταστημάτων έπαιρναν απειλητικά τηλεφωνήματα να μην τολμήσουν να ανοίξουν την επομένη. Οσοι έρχονταν να δουλέψουν, έβρισκαν τις πόρτες κλειστές και σκόρπιζαν στις γύρω καφετέριες με την ελπίδα ότι κάποτε θα ανοίξουν. Αρκετοί έκαναν χρήση της αναρρωτικής τους άδειας για να μην χάσουν το μεροκάματο.

Η αγανάκτησή μου με τον βιασμό της θέλησης του εργαζομένου να δουλέψει δεν οφείλετο στην αποτελεσματικότητα του μέτρου, αλλά σε αίσθημα αηδίας για την ωμή παραβίαση ενός νόμιμου δικαιώματος, αλλά και για τη μοιρολατρία με την οποία το αντιμετώπιζε το προσωπικό. Η αποτελεσματικότητα άλλωστε ήταν από αμφίβολη μέχρι αρνητική, γιατί η παρακώλυση της πρόσβασης δεν επέτρεπε σωστές εκτιμήσεις για την πραγματική ανταπόκριση του προσωπικού στην απεργία, ενώ πρόδιδε τον φόβο των οργανωτών της ότι δίχως εκφοβισμό και αποκλεισμό θα ήταν φιάσκο.

Η παρακώλυση της πρόσβασης δεν περιορίζεται στον ΟΤΕ και η αντιμετώπισή της βάζει τις διοικήσεις των εταιρειών που την υφίστανται εμπρός στο δίλημμα, να ενεργήσουν ή όχι. Δυναμική αντίδραση αποκλείεται, γιατί οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν ιδιωτικούς στρατούς για να τα βάλουν με τους μπράβους των συνδικαλιστών, ούτε θα το συνέστηνα. Μια λύση είναι να μην κάνουν τίποτε. Αλλη, να προσφύγει η διοίκηση στη Δικαιοσύνη. Στην εποχή μου, τέτοιες υποθέσεις έφταναν στα δικαστήρια μήνες ή και χρόνια αφού είχε λήξει η απεργία που αφορούσαν.

Αλλωστε, η παραβίαση του νόμιμου δικαιώματος στην εργασία είναι θέμα αστυνομίας, γιατί οι νόμοι υπάρχουν ήδη. Εκεί η εμπειρία μου ήταν ότι, προφανώς εκτελώντας άνωθεν εντολές, η αστυνομία δεν ενεργούσε. Για παράδειγμα, όταν η διοίκηση την καλούσε να έρθει να ανοίξει τις πόρτες που είχαν κλείσει οι συνδικαλιστές, η αστυνομία γινόταν άφαντη.

Μέσα στο γενικότερο κλίμα που επικρατούσε τότε, η αποφυγή συγκρούσεων ανάμεσα σε αστυνομία και «εργαζομένους», πάντα μπροστά σε κάμερες της τηλεόρασης, ήταν κατανοητή. Αυτό που επεδίωκαν οι συνδικαλιστές ήταν ακριβώς να γίνει φασαρία και να εμφανιστούν σαν θύματα καταπίεσης.

Από την άλλη, βέβαια, η ανοχή της ασυδοσίας και της παρανομίας, όταν συνεχίζεται επί χρόνια, γίνεται εθισμός, κεκτημένο. Σε μια ευνομούμενη χώρα η κυβέρνηση έχει υποχρέωση κάποτε να αντιμετωπίσει τέτοια φαινόμενα. Στην πρόσφατη απεργία του ΟΤΕ, μετά δεκαετή γαλήνη, η ΟΜΕ-ΟΤΕ ξαναέκλεισε τις πόρτες. Εμποδίστηκε ξανά η πρόσβαση εκείνων που ήθελαν να δουλέψουν χωρίς να αντιδράσει η πολιτεία. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν τα πράγματα έχουν αλλάξει μετά τόσα που πέρασε η χώρα ή αν ξαναγυρίζουμε στα παλιά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ