ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Όταν την περασμένη άνοιξη κυκλοφόρησε ο πρώτος της δίσκος, «When We All Fall Asleep, Where Do We Go?», η Μπίλι Άιλις μέτρησε συνολικά 14 τραγούδια της στη λίστα του τοπ 100 των ΗΠΑ, κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ για καμία άλλη γυναίκα μουσικό στην ιστορία. Μέσα σε λίγο καιρό, το άλμπουμ της είχε αναπαραχθεί στο ίντερνετ περισσότερες από 2 δισεκατομμύρια φορές και η 17χρονη καλλιτέχνις έκανε sold out συναυλίες σε μεγάλα στάδια όλου του κόσμου. Και όμως, όταν η δημοσιογράφος του Rolling Stone πήγε στο σπίτι της στο Λος Άντζελες για να της πάρει συνέντευξη, η μητέρα της νεαρής σταρ είπε: «Γίνεται όσο μιλάτε να μαζεύει το δωμάτιό της;».  

Άλλωστε, σε αυτό το ακατάστατο παιδικό δωμάτιο έμαθε μουσική και μαζί με τον αδελφό της έφτιαξαν τα πρώτα της πειραματικά βίντεο και ηχογράφησαν τα πρώτα της τραγούδια που, αναρτώντας τα σε πλατφόρμες του διαδικτύου, την καθιέρωσαν ως μια ιντερνετική διασημότητα από την ηλικία των δεκαπέντε. Τον Οκτώβριο του 2017 την πλησίασε το Vanity Fair, κάνοντάς της κάποιες ερωτήσεις μπροστά στην κάμερα. Η Άιλις είχε γκρι μαλλιά και στο ύφος της διέκρινε κανείς το σάστισμα της ξαφνικής της δημοφιλίας. Στην ερώτηση πόσους ακολούθους είχε στο Instagram απάντησε: 257.000. Έναν ακριβώς χρόνο μετά, την ίδια ημέρα του Οκτωβρίου, το περιοδικό έφτιαξε το ίδιο βίντεο και της έκανε τις ίδιες ερωτήσεις. Τα μαλλιά της ήταν μπλε και οι ακόλουθοί της στο Instagram ήταν πια 6,3 εκατομμύρια. Και, φυσικά, τον περασμένο Οκτώβριο το βίντεο επαναλήφθηκε για τρίτη φορά. Πράσινες ανταύγειες ξεφυτρώνουν από τις ρίζες των μαλλιών της και οι ακόλουθοί της στο Instagram ανέρχονταν πια στους 40,7 εκατ. Σήμερα, μέσα σε τρεις μήνες, έχουν προστεθεί άλλα δώδεκα εκατομμύρια. Αλλά αυτά, φαντάζομαι, θα τα δούμε αναλυτικά του χρόνου τον Οκτώβριο. 

Σνομπ ύφος, φαρδιά ρούχα

Δεν είναι εύκολο να περιγράψει κανείς τη μουσική της. Βρίσκεται ασφαλώς στο ευρύ φάσμα της ποπ, με ηλεκτρονικές και χιπ χοπ πινελιές, αλλά είναι κάτι πρωτότυπο, κάτι δικό της, κάτι που δεν κρύβει την αλαζονεία της εφηβείας, κάτι περιπαικτικό και χλευαστικό, αλλά συγχρόνως κάτι σκοτεινό, ένα φλερτ με το μακάβριο, κάτι επείγον, τρομακτικό και ακατανόητο. Και αφού κέρδισε εκατομμύρια θαυμαστές με τα τραγούδια της, ο κόσμος άρχισε να ασχολείται και με το πώς είναι. Το σνομπ ύφος της, τις ανεπεξέργαστες ατάκες της, το στιλ της. 

Σε αντίθεση με τις νεαρές ποπ σταρ πριν από αυτήν, που ως επί το πλείστον ακολούθησαν τον κανόνα ότι μια γυναίκα που τραγουδάει σε μια σκηνή πρέπει να είναι σέξι, η Άιλις αποφάσισε να είναι ντυμένη με φαρδιά ρούχα, σαν επιλεγμένα μερικά νούμερα μεγαλύτερα. Όπως εξήγησε, προτιμά να φορά αυτά τα ρούχα, γιατί έτσι «κανένας δεν μπορεί να έχει άποψη για το σώμα μου γιατί δεν έχουν δει τι υπάρχει από κάτω». Είναι σαφές ότι προσπαθεί να περάσει ένα μήνυμα, ότι αυτό που προσφέρει είναι η μουσική της και όχι ένα πεδίο θετικού ή αρνητικού σχολιασμού για την εμφάνισή της. Φυσικά, αν θέλουμε ως κοινωνία να απεμπλακούμε από αυτή τη λογική και το πώς είναι το σώμα κάποιου να μην αποτελεί πλεονέκτημα ή μειονέκτημα για την κρίση μας, η τακτική τού να αρχίσουμε να κρυβόμαστε πίσω από υφάσματα είναι ένα βήμα προς τα πίσω. Για την Άιλις, πάντως, αυτή η επιλογή λειτούργησε ευεργετικά. Γιατί αυτό το χαλαρό στιλ, με τα έντονα χρώματα και τις εκκεντρικές κομμώσεις, της χάρισε μια ταυτότητα και, μαζί με τη μουσική της ασφαλώς έγινε η υπογραφή της. Είναι αυτό που τα αμερικανικά μέσα χαρακτήρισαν ως τον «θρίαμβο του αλλόκοτου».   

Διαχειρίζεται μόνη της τα κοινωνικά της δίκτυα, γεγονός αδιανόητο για μια σταρ του δικού της βεληνεκούς. Είναι όμως λογικό, γιατί γεννήθηκε μέσα σε αυτά, προέκυψε μέσα από τις πλατφόρμες του διαδικτύου και των νέων μέσων, έφτιαξε την περσόνα της στο ψηφιακό σύμπαν πριν βγει στον αληθινό κόσμο και, τώρα που βγήκε, έχοντας πια κλείσει τα 18 της χρόνια, αποτελεί κάτι σαν μια ηρωίδα της γενιάς Ζ – είναι η πρώτη μεγάλη σταρ της μουσικής βιομηχανίας που γεννήθηκε στον αιώνα μας. Και αποδείχτηκε περίτρανα πριν από λίγες ημέρες, στην τελετή των Grammy, όπου κέρδισε πέντε βραβεία, μεταξύ των οποίων αυτό του καλύτερου δίσκου της χρονιάς και του καλύτερου τραγουδιού («Bad Guy»), και τώρα μπορεί με την ησυχία της, επιτέλους, να μαζέψει το δωμάτιό της.   ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ