Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κώστας Βουτσάς: Σαλαμάκι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ενα συνδρομητικό κανάλι, από αυτά που εκπέμπουν φουλ ψηφιακά, παίζει όλη την ημέρα παλιές ελληνικές ταινίες. Στις νέες μεγαοθόνες αυτά τα παλιά φιλμ ξεφτίζουν. Στην πολλή ευκρίνεια το χρώμα τους φαίνεται θαμπό και αφύσικο. Μεγεθυμένη, η φθηνή πολυτέλεια της δαλιανίδειας σκηνογραφίας προβάλλει πιο φθηνή. Το κιτς πιο κιτς.

Εκείνα που δεν πλήττονται από τον ψηφιακό καταυγασμό είναι τα πρόσωπα. Οι μούτες, τα χάχανα και οι κωμικοί λαρυγγισμοί του Κώστα Βουτσά μένουν αλώβητα από την έκθεσή τους σε τόσα εκατομμύρια πίξελ. Διασώζεται κάτι από την αυθορμησία εκείνης της αδούλευτης, «χειροποίητης» υποκριτικής.

Η μείζων και πιο παράδοξη διάσωση είναι βέβαια της γοητείας αυτού του σινεμά. Πώς εξηγείται ότι οι ταινίες του ’60 εξακολουθούσαν να συγκινούν δύο και τρεις γενιές μετά τη δημιουργία τους; Πώς εξηγείται ότι ακόμη γελάς με χιούμορ μισού αιώνα;

Μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι από τις κωμωδίες του ’60 και των αρχών του ’70, οπότε μεσουράνησε ο Βουτσάς, απουσιάζει εκκωφαντικά η Ιστορία. Δεν αναφέρονται αληθινά γεγονότα ή υπαρκτά πρόσωπα. Δεν φαίνεται πουθενά τι καιρό έκανε έξω από το στούντιο – αν έκανε χούντα ή δημοκρατία, αν οι άνθρωποι είχαν άλλες αγωνίες εκτός από το πώς θα προκόψουν και πώς θα παντρευτούν (επιδιώκοντας, συνήθως, την προκοπή διά της παντρειάς). Στην ανιστορική αφήγηση περνάει έτσι μόνο η αισθητική της εποχής – τα τριχωτά στέρνα, τα μίνι και οι πίστες των βοσκοπουλόπουλων.

Αλλά και αυτή η εξήγηση φαίνεται πολύ επιφανειακή. Οι ταινίες διατήρησαν την απήχησή τους όχι χάρη, αλλά παρά την αισθητική τους, που μπαγιάτεψε νωρίς. Μέσα στο περιτύλιγμα μετέφεραν αξίες που αποδείχτηκαν ανθεκτικές στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς.
Το ηθικό πρότυπο του αγαθού κατεργάρη –του απατεωνίσκου που είναι ανίκανος για μεγάλες ατιμίες και πασχίζει να δραπετεύσει από τη φτώχεια του με ανώδυνα κόλπα– επέζησε της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ο ξυπόλυτος πρίγκιψ, που αποτυγχάνει στα στρατηγήματά του, αλλά αποτυγχάνοντας καταφέρνει να ευτυχήσει και ενίοτε να πηδήξει τον φράχτη της κοινωνικής του τάξης, βρίσκει ακόμη αντανάκλαση στο κοινό της δεκαετίας του ’80 και του ’90.

Ερασιτέχνες της πονηριάς και επαγγελματίες της ευήθειας, οι χαρακτήρες που ενσάρκωνε ο Βουτσάς –και άλλοι μεγάλοι κωμικοί της κλάσης του– έμειναν οικείοι για το ακροατήριο που, ακόμη κι αν είχε ανελιχθεί, δεν είχε αποτινάξει την «καταγωγή» του. Ακόμη κι αν είχε αλλάξει, έβρισκε σε αυτούς τους καταφερτζήδες τον φαντασιακό λώρο που το συνέδεε με την «αθωότητα» – με το εξιδανικευμένο είδωλό του.

Η κουλτούρα, βέβαια, άλλαζε. Αλλά όχι πολύ γρήγορα. Ηταν η κουλτούρα που ορεγόταν κότερα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να συνδυάσει το ουίσκι με το σαλαμάκι. Ακόμη προσπαθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ