ΜΟΥΣΙΚΗ

Μια μπαλάντα για τη Λαμία διά χειρός... Γάλλου

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο Γάλλος Ζαν-Μισέλ Μπερνάρ υπογράφει τη μουσική της ταινίας «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Και μόνο ο τίτλος της καινούργιας ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη, που κυκλοφορεί από την περασμένη Πέμπτη στις αίθουσες, παραπέμπει σε ξεχωριστές μελωδίες. Η «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» ανακαλεί τροβαδούρους που τραγουδούν για τον έρωτα, σκηνές από το παλιό Ουέστ, φόνους και παράφορα πάθη. Ολα αυτά συμβαίνουν λίγο-πολύ στην ταινία, μεταφερμένα ωστόσο στη σύγχρονη εξωτική... Λαμία. Τη μουσική αυτής της παράξενης μπαλάντας ανέλαβε να γράψει ο διακεκριμένος Γάλλος συνθέτης Ζαν-Μισέλ Μπερνάρ, τον οποίο συναντήσαμε στην Αθήνα αμέσως μετά την επίσημη πρεμιέρα, την περασμένη εβδομάδα.

«Με τον Γιάννη δεν γνωριζόμαστε πολύ καιρό, μόνο δύο χρόνια, όμως για εμένα είναι από αυτούς τους ανθρώπους με τους οποίους “κολλάω” αμέσως. Είναι μοναδικός. Μου έστειλε το σενάριο και έμεινα έκπληκτος. Είναι άλλου είδους σινεμά από αυτό που έχω συνηθίσει και όμως υπέροχο. Επιπλέον, ο Γιάννης μού έδωσε κανονικά τα κλειδιά της ταινίας και μου είπε να κάνω ό,τι θέλω με τη μουσική· πως με εμπιστεύεται απόλυτα. Αυτό και αν είναι ασυνήθιστο! Συνήθως οι σκηνοθέτες επεμβαίνουν συνέχεια στη δουλειά μας και σε ένα βαθμό τούς καταλαβαίνω, θέλουν να έχουν τον έλεγχο της ταινίας», μας λέει ο Γάλλος συνθέτης.

Πώς, όμως, ένας Γάλλος μπορεί να πιάσει την ατμόσφαιρα και τον χαρακτήρα ενός πολύ ελληνικού φιλμ, όπως αυτό του Οικονομίδη; «Προφανώς, εγώ είμαι Γάλλος, προέρχομαι από διαφορετική κουλτούρα, αν και μεσογειακή, και αυτό είναι νομίζω καλό για την ταινία. Στο σάουντρακ δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω καθόλου ελληνικά παραδοσιακά ή λαϊκά στοιχεία. Ούτε το αποτέλεσμα να βγάζει μια νοσταλγική αύρα· έπρεπε να είναι σύγχρονο. Τελικά, αποφάσισα να βάλω στην “κατσαρόλα” διάφορα πράγματα. Υπάρχει εδώ, για παράδειγμα, ένα τζαζ πνεύμα που παραπέμπει στα κλασικά νουάρ. Ταυτόχρονα, όμως, έχουμε και πιο φωτεινές μελωδίες, που έρχονται σε αντίθεση με όλα αυτά τα καθάρματα του σεναρίου. Ειδικά για την Ολγα (σ.σ. είναι ο χαρακτήρας της Βίκυς Παπαδοπούλου), ήθελα να της δώσω λίγο φως επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε όλους αυτούς τους απαίσιους άνδρες».
Πράγματι, η «Μπαλάντα» έχει αρκετό σκοτάδι και μερικούς ανάλογους χαρακτήρες, ταυτόχρονα όμως διαθέτει και μπόλικο χιούμορ, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη δουλειά του Ελληνα κινηματογραφιστή. «Φυσικά, έλαβα υπόψη πως εδώ έχουμε να κάνουμε με κωμωδία. Η μουσική σε αυτή την περίπτωση πρέπει να κρατάει τις ισορροπίες. Είναι ήδη δύσκολο το συγκεκριμένο είδος και η μαύρη κωμωδία ακόμη περισσότερο. Τόσο η ταινία όσο και η μουσική ταλαντεύονται σε λεπτό σχοινί».

Αν κανείς δει την «Μπαλάντα», θα αντιληφθεί πως αυτή η ισορροπία επιτυγχάνεται κυρίως χάρη στις μελωδίες, είτε τζαζ, είτε ροκ, είτε ακόμη και γουέστερν αισθητικής, παρόλο που, σύμφωνα με τον Μπερνάρ, αυτές δεν είναι και πολύ της... μόδας. «Οντως, στη σύγχρονη πρακτική της κινηματογραφικής μουσικής, οι μελωδίες αποφεύγονται. Το γρήγορο μοντάζ, που συνηθίζεται πια, ταιριάζει καλύτερα με τον ρυθμό του μπιτ· ο ρόλος της μουσικής γίνεται πιο τεχνικός και λιγότερο καλλιτεχνικός. Στο σινεμά του Γιάννη, όμως, τα πράγματα μπορούν να πάνε και πιο αργά. Δεν φοβάται, για παράδειγμα, να δείξει τα τοπία ή ένα ηλιοβασίλεμα. Και ύστερα, υπάρχει η σταδιακή κλιμάκωση της έντασης, η οποία επίσης μπορεί να φέρει ενδιαφέροντα αποτελέσματα», λέει σχετικά ο Γάλλος συνθέτης.

Εχοντας συνεργαστεί στην καριέρα του με κολοσσούς όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε (στο «Hugo») και μεγάλα τηλεοπτικά στούντιο όπως το HBO, τον ρωτάμε πώς επιλέγει πια τις δουλειές του. «Είμαι από εκείνους που πρώτα παίζουν τη μουσική και μετά τη γράφουν. Οπότε διαλέγω να κάνω πράγματα που θα μου αρέσει να τα παίξω και ζωντανά, μπροστά σε κοινό. Η μουσική της “Μπαλάντας” είναι ένα τέτοιο έργο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ