ΜΟΥΣΙΚΗ

Τραγούδια από το Βερολίνο στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Φωνή γεμάτη χρώματα διαθέτει η Φανή Αντωνέλου. Εδώ, σε πρόσφατο ρεσιτάλ της με τον πιανίστα Απόστολο Παληό. Γιάννης Σούλης

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Φανή Αντωνέλου αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Αρκετές φορές έχει γίνει αναφορά στο ταλέντο της, στην ιδιαίτερη φωνή και στη διεισδυτική ματιά με την οποία αναδεικνύει τα έργα με τα οποία καταπιάνεται: από τη μουσική των τροβαδούρων της Θεσσαλονίκης έως την τρυφερή Σουζάνα των «Γάμων του Φίγκαρο» του Μότσαρτ και τα «Θραύσματα από τον Κάφκα» του Κούρταγκ. Εχει στη διάθεσή της μια φωνή γεμάτη χρώματα, ικανή να εκφράσει μεγάλο εύρος από συναισθήματα. Μια φωνή που ακούγεται καλά στις αίθουσες συναυλιών και «γράφει» εξίσου καλά στις αίθουσες ηχογράφησης.

Πιο πρόσφατη απόδειξη είναι ένας δίσκος με τίτλο «Συγγένειες»-«Affinities» (BIS-2439), στον οποίο η Αντωνέλου με την Κέρστιν Μερκ στο πιάνο προτείνουν έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα διάλογο ανάμεσα σε τραγούδια Ελλήνων και Γερμανών συνθετών που γράφτηκαν στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Από τη μια πλευρά οι Γιάννης Κωνσταντινίδης, Μανώλης Καλομοίρης, Δημήτρης Λιάλιος, Δημήτρης Μητρόπουλος, Νίκος Σκαλκώτας και Αιμίλιος Ριάδης και από την άλλη οι Αρνολντ Σένμπεργκ, Κουρτ Βάιλ, Φίλιπ Γιάρναχ, Αλεξάντερ φον Τσεμλίνσκι, Αντον Μπερ-Βάλντμπρουν και Λούντβχ Τούιλε. Διάσημοι και λιγότερο γνωστοί σπούδασαν και δημιούργησαν σε μεγάλες γερμανόφωνες πόλεις της εποχής, τη Βιέννη, το Βερολίνο, το Μόναχο. Ελληνες σε αναζήτηση της μουσικής πρωτοπορίας της εποχής και οι Γερμανοί δάσκαλοί τους, πρότυπα για αρκετούς από αυτούς. Ο Κωνσταντινίδης υπήρξε φίλος και συμμαθητής του Σκαλκώτα. Οι δύο μελέτησαν σύνθεση πλάι στον Πάουλ Γιούον, ενώ δάσκαλοι του Σκαλκώτα  ήταν επίσης οι Κουρτ Βάιλ, Φίλιπ Γιάρναχ και Αρνολντ Σένμπεργκ. O Τσεμλίνσκι δεν ήταν μόνο κουνιάδος του Σένμπεργκ αλλά και δάσκαλός του στην αντίστιξη, ενώ ο Δημήτρης Μητρόπουλος φέρεται ως ο πρώτος που εισήγαγε έργα του Σένμπεργκ στην αθηναϊκή μουσική ζωή. Ριάδης και Λιάλιος υπήρξαν μαθητές των Αντον Μπερ-Βάλντμπρουν και Λούντβχ Τούιλε αντιστοίχως.

Η απόσταση που διανύουν η Αντωνέλου με την Κέρστιν Μερκ εκτείνεται από μουσική για τα καφέ έως προχωρημένες ατονικές συνθέσεις. Κόσμοι παράλληλοι που ανήκουν στην ίδια εποχή, συναντιούνται χάρη στη Φανή Αντωνέλου, η οποία διαθέτει τη συναισθηματική γενναιοδωρία και τις καμπύλες μελωδικές γραμμές για τα περισσότερο συναισθηματικά τραγούδια, την ακρίβεια, την αιχμηρότητα και την τονική ασφάλεια που απαιτούν οι σελίδες του μοντερνισμού, όπως επίσης την καθαρή άρθρωση και το ύφος για το τελείως χαρακτηριστικό ιδίωμα του Κουρτ Βάιλ. Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτα είναι τα τραγούδια των Ελλήνων συνθετών, πρωτότυπα ή εναρμονίσεις παραδοσιακών τραγουδιών από το «Ερηνάκι» του Κωνσταντινίδη και τη «Λαφίνα» του Σκαλκώτα ώς τη «Νεραϊδοπαρμένη» του Καλομοίρη σε ποίηση Παλαμά και την «Αφροδίτη Ουρανία» του Μητρόπουλου σε ποίηση Σικελιανού.

Συνολικά μια έξυπνη και καλά σχεδιασμένη πρόταση, που έχει υλοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο. Παρότι δεν βαδίζει σε λεωφόρους αλλά σε παρόδους και μονοπάτια, για τον Ελληνα ακροατή υπάρχει πάντα η «ευκολία» του οικείου ακούσματος, τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Επειδή, «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». 

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ