Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κωνσταντίνος Κυρανάκης: Κοτέτσια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Είναι πολύ δύσκολο αυτό που κατάφερε ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης. Είναι δύσκολο να εμπλακείς σε καβγά με τον Πολάκη και να μην είναι ξεκάθαρο αν ο Πολάκης ήταν αυτός που πρώτος αρπάχτηκε.

Δεν είναι εύκολο να βγάλει κανείς ασφαλή συμπεράσματα για όσα διαμείβονται στην Προανακριτική. Μπορεί, αν θέλει, να υιοθετήσει την επιεική για τον Κυρανάκη εκδοχή. Μπορεί να θεωρήσει την αντίδρασή του –«είσαι κότα», «είστε όλοι κότες»– δικαιολογημένη από τη στάση του Πολάκη, που δεν ήθελε να απαντήσει σε άλλες ερωτήσεις του νεοφώτιστου βουλευτή της Ν.Δ.

Δεν μπορεί, όμως, να μην αναρωτηθεί τι νόημα έχει σε μια ανακριτική διαδικασία –που υποτίθεται ότι γίνεται με τους κανόνες της ποινικής δικονομίας– η ερώτηση: «Γιατί ο Τσίπρας διάλεξε για υπουργό τον Παπαγγελόπουλο;»

Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχει επιδείξει μεγάλη επιμέλεια, ώστε να μην αφήσει την Προανακριτική να εξελιχθεί σε ξεμάλλιασμα εκτός ποινικού πλαισίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκείνος που μέχρι στιγμής προσπαθούσε να εκτροχιάσει τη διαδικασία. Προσπαθούσε να τη φορτίσει σαν να ήταν κομματική αντιπαράθεση και όχι ανάκριση. Τα νεύρα και η ορνιθογλωσσία εξυπηρετούν αυτή την τακτική του ΣΥΡΙΖΑ: τον ευτελισμό της ανάκρισης.

Η συζήτηση θα μπορούσε να τελειώνει εδώ, με τον βουλευτή της Ν.Δ. να καλύπτει ώρες τηλεοπτικού αέρα ως αγανακτισμένο θύμα βίαιης απωθήσεως. Ομως, αυτό που έγινε την Πέμπτη στην Προανακριτική δεν ήταν μια τυχαία απόκλιση από τον πολιτικό καθωσπρεπισμό. Ούτε μια συριζαϊκή παρεκτροπή αρκεί για να ισοφαρίσει την άλλη. Δεν μιλάμε για ματσάκι Κυρανάκης - Πολάκης.

Αυτό που έγινε την Πέμπτη ήταν ένα ακόμη επεισόδιο που μαρτυρεί την αδυναμία ενός μικρού μέρους της νεοδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας να εντάξει τον εαυτό της στο ευρύτερο πολιτικό σχέδιο της κυβέρνησης.

Μπορεί κανείς να ξοδέψει χρόνο για να εξηγήσει αν αυτή η αδυναμία οφείλεται σε απειρία ή σε συνειδητή, αυτονομημένη καμπάνια. Μπορεί να αναρωτηθεί αν ο Κυρανάκης προκάλεσε το επεισόδιο από σκέτη παρόρμηση ή από στρατηγική αυτοπροβολής.

Οπως μπορεί να αναρωτηθεί και για άλλες πρωτοβουλίες, που δεν είχαν το άλλοθι του αιφνίδιου μπάχαλου: Οταν ο βουλευτής υπέδειξε δημοσίως περίπου ως δημοκρατικό μονόδρομο την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, γιατί το έκανε;

Το έκανε, άραγε, επειδή είχε υπολογίσει τον θόρυβο και ήθελε να επωφεληθεί ή όντως δεν είναι σε θέση να ζυγίσει τις παρενέργειες αυτής της φιλολογίας όταν διατυπώνεται με τέτοια καφενειακή ελαφρότητα από κυβερνητικούς βουλευτές;

Οποια εκδοχή πολιτικού μικρομεγαλισμού και αν διαλέξει κανείς –τη σκοπιμότητα ή την αφέλεια–, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει: Η βουλευτική δίψα για προσοχή συνιστά μια μόνιμη πηγή παρεμβολών στο κυβερνητικό μήνυμα. Στις πιο ανοικονόμητες εκδηλώσεις της, συνιστά και κάτι περισσότερο: εξυπηρετεί τον αντίπαλο. Οταν ανταγωνίζεται σε πολακισμό τον Πολάκη, κερδισμένος βγαίνει ο Πολάκης. Ο ορίτζιναλ.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ