ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Βραχυκύκλωμα» από την πράσινη ενέργεια

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

  Ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, αρχηγός του SPD και νέος υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας της Γερμανίας, έχει ίσως το πιο δύσκολο χαρτοφυλάκιο στο νέο υπουργικό συμβούλιο της Αγκελα Μέρκελ. Η απόφαση της καγκελαρίου, μετά τον εφιάλτη της Φουκουσίμα, να επιταχύνει το κλείσιμο των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρισμού και να ενισχύσει περαιτέρω τη χρήση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) έχει δημουργήσει μία άκρως προβληματική κατάσταση: οι οικιακοί καταναλωτές πληρώνουν τις υψηλότερες τιμές για ηλεκτρικό ρεύμα σε ολόκληρη την Ε.Ε. (έχουν διπλασιαστεί από το 2000), οι παραδοσιακοί παραγωγοί βλέπουν τα έσοδά τους να καταρρέουν και παράλληλα, η Γερμανία πέρυσι παρήγαγε 161 δισ. KwH ηλεκτρισμού από λιγνίτη – τη μεγαλύτερη ποσότητα από το 1990, όταν λειτουργούσαν ακόμη τα παροιμιωδώς ρυπογόνα εργοστάσια της Λαϊκής Δημοκρατίας προς Ανατολάς. Η πριμοδότηση των ΑΠΕ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τα τελευταία χρόνια αποτελεί, από μία άποψη, ιδιαίτερα σημαντική επιτυχία. Είναι ο κυριότερος λόγος που η ανάπτυξη στην Ευρώπη την τελευταία εικοσαετία έχει συνοδευθεί από μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Μεταξύ του 1990-2011, ενώ το ΑΕΠ της Ε.Ε. των «28» διογκώθηκε κατά 45%, οι εκπομπές μειώθηκαν κατά 17% (σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, 18,3%). Χάρη στην προσήλωσή της στη στήριξη των ΑΠΕ, η Ε.Ε. είναι σήμερα πρωτοπόρος διεθνώς στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο, ο τρόπος και το κόστος προώθησης των ΑΠΕ έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες διαμαρτύρονται για τις επιπλέον επιβαρύνσεις που τους επιβάλλονται για τη στήριξη της πράσινης ενέργειας, δεδομένου ότι οι ανταγωνιστές τους στον υπόλοιπο κόσμο δεν αντιμετωπίζουν αντίστοιχο κόστος.

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, η ενεργειακή ζήτηση στην Ευρώπη θα μειωθεί μεταξύ του 2010-15 κατά 2%, ενώ οι τιμές ενέργειας στις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες αυξήθηκαν κατά 37% μεταξύ του 2005-2012.

Η προώθηση των ΑΠΕ έχει παίξει κρίσιμο ρόλο σε αυτήν την φαινομενικά παράδοξη εξέλιξη: συμβάλλει στην υπερπροσφορά και στις υψηλές (επιδοτούμενες) τιμές, ακόμα και σε περίοδο ύφεσης, κατά την οποία η ενεργειακή ζήτηση περιορίζεται.

Μία επιπρόσθετη ανησυχία αφορά τη σταθερότητα των δικτύων ηλεκτροδότησης. H εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ στη Γερμανία αποτελεί το 50% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ισπανία είναι περίπου 33%. Καθώς τα ποσοστά αυτά αυξάνονται, ορισμένοι αναλυτές εκφράζουν προβληματισμό για την αξιοπιστία των δικτύων (δεδομένου ότι η παραγωγή από τις ΑΠΕ δεν μπορεί να αποθηκευθεί και εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες).

Δύσκολη διαπραγμάτευση
Από την περασμένη άνοιξη, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και οι κοινοτικές αρχές διεξάγουν μία σύνθετη διαπραγμάτευση για τους στόχους του 2030 στο πλαίσιο της στρατηγικής καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που την ερχόμενη εβδομάδα θα καταθέσει την αρχική της πρόταση για το 2030, δέχεται πιέσεις να μην επιβάλει νέους δεσμευτικούς στόχους για την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ (ο στόχος για το 2020, υπενθυμίζεται, ήταν 20%). Το Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, με τη χαμηλή διείσδυση ΑΠΕ και τα 9 πυρηνικά του εργοστάσια, επιμένει ότι πρέπει να τεθεί μόνο ένας γενικός στόχος μείωσης εκπομπών (οι Βρετανοί, μαζί με τους Γερμανούς, τους Γάλλους και τους Ιταλούς, προτείνουν μείωση 40% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990) και να αφεθούν ελεύθερες οι χώρες να αποφασίσουν με τι πολιτικές θα τον επιτύχουν. Στην εκτεταμένη δημόσια διαβούλευση για τους στόχους του 2030, πολλοί συμμετέχοντες τόνισαν ότι το κόστος της προώθησης των ΑΠΕ πρέπει να περιοριστεί.

Η απόφαση της Ε.Ε. για τις ΑΠΕ θα ξεκαθαρίσει στο επόμενο εξάμηνο (το αργότερο στη σύνοδο κορυφής του Ιουνίου). Οι οκτώ Ευρωπαίοι υπουργοί Ενέργειας και Περιβάλλοντος –μεταξύ των οποίων της Γερμανίας και της Γαλλίας– που έστειλαν επιστολή στην Κομισιόν στις 23 Δεκεμβρίου ζήτησαν να τεθούν νέοι στόχοι, αλλά δεν επέμειναν στο «δεσμευτικό» του πράγματος. Ενδεχομένως γιατί η Γαλλία εξακολουθεί να εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από την πυρηνική ενέργεια, που επιτρέπει τη μείωση εκπομπών χωρίς ανεμογεννήτριες και ηλιακά πάνελ.

«Κλειδί» η ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς
Στη δημόσια διαβούλευση για τους ευρωπαϊκούς κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους του 2030, υπήρξε ευρεία συμφωνία για τα οφέλη της ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, που «θεωρείται “κλειδί” για την εξασφάλιση ανταγωνιστικών τιμών και ασφάλειας εφοδιασμού» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Σε χώρες με ανεπτυγμένο αιολικό δίκτυο, όπως η Ισπανία, η παραγωγή ενίοτε υπερβαίνει τις ανάγκες του συστήματος, με αποτέλεσμα να δίνεται σήμα –μαζί με μία αποζημίωση– για να σταματήσει η λειτουργία των ανεμογεννητριών. Παράλληλα, η Ε.Ε. τροφοδοτεί το 53% των ενεργειακών της αναγκών με εισαγωγές, κυρίως από γεωπολιτικά ασταθείς χώρες. Ο στόχος είναι το ποσοστό αυτό να μειωθεί αισθητά στο ορατό μέλλον.

Η λύση έγκειται στο φιλόδοξο σχέδιο διασύνδεσης των ηλεκτρικών δικτύων των χωρών της Ε.Ε. Σύμφωνα με την Κομισιόν, έως το 2020 πρέπει να γίνουν επενδύσεις ύψους 212 δισ. ευρώ σε νέες υποδομές διασύνδεσης, ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο των «ενεργειακών νησιών», αποκομμένων από τους γείτονές τους. Ωστόσο, η ενοποίηση των εθνικών δικτύων ηλεκτροδότησης αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια: οι εθνικές αρχές λαμβάνουν αποφάσεις με στενά εθνικά κριτήρια, η διαδικασία των αδειοδοτήσεων είναι εξαιρετικά προβληματική, η κοινή γνώμη συχνά εναντιώνεται στα έργα και η οικονομική κρίση (μεταξύ άλλων) έχει υπονομεύσει την ικανότητα των μεγάλων εταιρειών του κλάδου να χρηματοδοτήσουν τις τεράστιες επενδύσεις που απαιτούνται.

Ο λαμπερός ήλιος στην Ελλάδα δεν είναι δωρεάν...
Στις 30 Δεκεμβρίου, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας κατέληξε σε απόφαση για τις νέες αυξήσεις στο ΕΤΜΕΑΡ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων) που απαιτούνται στο πλαίσιο της μνημονιακής δέσμευσης για μηδενισμό του ελλείμματος του ΛΑΓΗΕ (του διαχειριστή του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας) έως το τέλος του 2014.

Χωρίς τις αυξήσεις αυτές, το έλλειμμα ΛΑΓΗΕ θα αυξηθεί από 560,5 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2013 στα 763,9 εκατ. στις 31.12.2014. Η ΡΑΕ αποφάσισε την αύξηση του ΕΤΜΕΑΡ κατά 97% από 1.3.2014 (102% στη μέση τάση, 86% στον οικιακό καταναλωτή). Ωστόσο, αν εγκριθεί έως τότε νομοθετική ρύθμιση που ετοιμάζει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία θα επιχειρήσει μέσω διαρθρωτικών μέτρων να συρρικνώσει το έλλειμμα, μπορεί η αύξηση να ακυρωθεί.

Τα φωτοβολταϊκά
Πρόκειται για τη νεότερη εξέλιξη στην ελληνικού τύπου επέλαση των ΑΠΕ, η χαώδης διαχείριση της οποίας –ειδικά στον κλάδο των φωτοβολταϊκών– συνέβαλε μεν σε ταχεία εξάπλωση, αλλά με απαγορευτικό κόστος. Τους προηγούμενους μήνες, το υπουργείο είχε επιχειρήσει να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση, μέσω της αναστολής νέων αδειοδοτήσεων για φωτοβολταϊκούς σταθμούς, την επιβολή έκτακτης εισφορά στους παραγωγούς ηλιακής ενέργειας και τη μείωση των αποζημιώσεων που λαμβάνουν από το σύστημα.

Στην επιστολή του προς τη ΡΑΕ (2.1), ο υφυπουργός Ασημάκης Παπαγεωργίου σημειώνει ότι το νέο σχέδιο νόμου για τη μείωση του κόστους των ΑΠΕ θα τεθεί προς δημόσια διαβούλευση στο πρώτο μισό του Ιανουαρίου – η «Κ» πληροφορείται ότι θα κατατεθεί τελικά το νωρίτερο την ερχόμενη εβδομάδα.

Ο αρχικός στόχος ήταν να ψηφιστεί έως το τέλος του μήνα, αλλά η τελική διορία είναι το τέλος Φεβρουαρίου. Στην ίδια επιστολή, ο κ. Παπαγεωργίου αναφέρει ότι το νομοσχέδιο μεταξύ άλλων παρεμβάσεων περιλαμβάνει «μείωση των αποζημιώσεων των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ μέσω του συστήματος εγγυημένων τιμών». Πηγή του υπουργείου υπογραμμίζει ότι το ύψος του «κουρέματος» θα διαφέρει ανά περίπτωση (ανάλογα με την τεχνολογία, την υπαγωγή ή μη στον αναπτυξιακό νόμο κ.ο.κ.) και αναδεικνύει τον εξορθολογισμό των αποδόσεων των επενδύσεων ως κρίσιμο παράγοντα στην οριστικοποίηση των ρυθμίσεων: «Τα αποδεκτά επίπεδα, πανευρωπαϊκά, είναι γύρω στο 8%-9%. Στα φωτοβολταϊκά στην Ελλάδα υπήρχαν αποδόσεις που ξεκινούσαν από το 36% και έφταναν πολύ υψηλότερα».

Η παραγωγή από ΑΠΕ καλύπτει το 11,6% της ενέργειας που καταναλώνεται στην Ελλάδα (στοιχεία του 2011). Βάσει των ευρωπαϊκών στόχων για το 2020, το ποσοστό αυτό πρέπει να φτάσει το 18%. Η ελληνική πλευρά δεν έχει γνωστοποιήσει ακόμα τις θέσεις της σχετικά με τους ευρωπαϊκούς στόχους για το 2030. Ως προεδρεύουσα της Ε.Ε. το τρέχον εξάμηνο, η Ελλάδα θα έχει κομβικό ρόλο στον συντονισμό της σχετικής διαπραγμάτευσης για τους στόχους του 2030. Ισως γι’ αυτόν τον λόγο προτιμά να κρατήσει τις δικές της προτιμήσεις – όσον αφορά το επίπεδο της μείωσης των εκπομπών, το επίπεδο και τη δεσμευτικότητα των στόχων για τις ΑΠΕ – μυστικές (ώστε να θεωρηθεί τίμιος διαμεσολαβητής). Επικριτές της κυβέρνησης, από την πλευρά τους, μιλούν για απουσία πολιτικής και ανεπαρκή προετοιμασία για την προώθηση της ευρωπαϊκής κλιματικής ατζέντας.

Ανενεργοί βιομήχανοι
Η κατεύθυνση της (ευρωπαϊκής και ελληνικής) πολιτικής πάντως –προς πιο φιλόδοξους δεσμευτικούς στόχους για τις εκπομπές, ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί με τις ΑΠΕ– είναι πηγή μόνιμων παραπόνων από την ελληνική βιομηχανία. Η ΕΒΙΚΕΝ (Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας) επανήλθε την περασμένη εβδομάδα στην ανάγκη αναθεώρησης των ενεργειακών και κλιματικών στόχων για το 2030. Τα μέλη της –οι μεγαλύτερες βιομηχανίες που έχουν απομείνει στην Ελλάδα– συντάσσονται με τις προτάσεις της Eurofer (Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Χαλυβουργιών), που συνδέουν την περαιτέρω μείωση των εκπομπών με αντίστοιχες δεσμεύσεις στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες και θέτουν ως όρο για την περαιτέρω ενίσχυση των ΑΠΕ και της εξοικονόμησης ενέργειας τη «μη αύξηση των ενεργειακών τιμών σε κλάδους εντάσεως ενέργειας». Επιπλέον, η ΕΒΙΚΕΝ στηρίζει τον εξορθολογισμό των επιδοτήσεων προς τις ΑΠΕ, που, όπως σημειώνει εκπρόσωπός της στην «Κ», παράγουν «τρομερές οικονομικές στρεβλώσεις» με «τεράστιο κόστος» για τον φορολογούμενο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ