Αλέξης Παπαχελάς ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ

Τρεις επέτειοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΧΟΛΙΟ

Εμείς οι Ελληνες δεν γνωρίζουμε σε βάθος την Ιστορία μας, παρά την υπερηφάνεια που νιώθουμε γι’ αυτήν. Ενα μεγάλο κομμάτι των συμπολιτών μας την έχει μάθει, κυρίως τη σύγχρονη Ιστορία, μέσα από ένα πολύ συγκεκριμένο πρίσμα, που παρουσιάζει την Ελλάδα πάντοτε κυνηγημένη και τους Ελληνες μονίμως αλάθητους. Αυτό το θεμελιώδες έλλειμμα ιστορικής γνώσης δικαιολογεί πολλά, μα πάρα πολλά, από τα ιδεολογήματα, τα στερεότυπα και τις θεωρίες συνωμοσίας που καταδυναστεύουν τον δημόσιο διάλογο και σκοτώνουν την κοινή λογική.

Φέτος έχουμε τις επετείους τριών εντελώς διαφορετικών ιστορικών γεγονότων, τα οποία χρήζουν μεγάλης ακόμη έρευνας και ψύχραιμης συζήτησης. Εχουμε τα 70 χρόνια από τον Δεκέμβρη του 1944, τα 50 χρόνια από το σχέδιο Ατσεσον για την επίλυση του Κυπριακού και τα 40 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την κατάρρευση της δικτατορίας. Ας τα πάρουμε ένα-ένα. Η γενιά μου μεγάλωσε με τον μύθο της Αριστεράς για το τι ακριβώς συνέβη τον Δεκέμβρη του 1944. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, οι Βρετανοί επενέβησαν στην Ελλάδα για να επιβάλουν τη βασιλεία και την εξουσία ενός χρεοκοπημένου πολιτικού καθεστώτος στρεφόμενοι εναντίον της Αριστεράς, η οποία «αυτοκτόνησε» όταν δείλιασε και δεν κατέλαβε την Αθήνα. Οι ενοχές του μη αριστερού πολιτικού κόσμου για το τι ακολούθησε τον εμφύλιο, αλλά και για τη δικτατορία, μετέτρεψαν τη σχετική συζήτηση σε έναν μονόλογο. Ακόμη και σήμερα, ακούς πολιτικούς απόγονους του Κέντρου να παπαγαλίζουν τα τετριμμένα γύρω από αυτή την περίοδο. Στο αστικό πολιτικό μυαλό τα πράγματα θα έπρεπε να είναι πολύ πιο καθαρά. Η Ελλάδα παρέμεινε στον δυτικό κόσμο και γνώρισε πρωτόγνωρη ανάπτυξη, επειδή η Αριστερά έχασε τη μάχη του Δεκέμβρη. Η χώρα μας θα είχε, χωρίς καμιά αμφιβολία, ακολουθήσει τον δρόμο της Βουλγαρίας ή της Γιουγκοσλαβίας στην καλύτερη περίπτωση, χάνοντας πολύτιμο ιστορικό χρόνο. Αυτή την παραδοχή μπορούσαν να την εκστομίσουν ο Λεωνίδας Κύρκος ή άλλοι «σοφοί» βετεράνοι που έζησαν τα γεγονότα της εποχής, αλλά όχι οι εκπρόσωποι και διανοούμενοι του αστικού κόσμου οι οποίοι φοβούνταν το πολιτικό κόστος. Το τι επακολούθησε, από πλευράς διώξεων εναντίον των ηττημένων καθώς και η χούντα, δεν μπορούν να «καταπιούν» τις βασικές αλήθειες. Ωριμάσαμε πλέον ως κοινωνία και μπορούμε να αντικρίσουμε την αλήθεια, χωρίς να φοβόμαστε τον μπαμπούλα της Αριστεράς που θα μας μαλώσει αν δεν συμφωνούμε με τα δικά της απόκρυφα ευαγγέλια. Η μετεμφυλιακή συμφιλίωση έχει επικρατήσει πλέον στο πολιτικό μας DNA και επιτρέπει την ψύχραιμη και αντικειμενική συζήτηση για το τι συνέβη το 1944 και τι θα είχε συμβεί στην πατρίδα μας αν το ΚΚΕ είχε επικρατήσει τότε.

Το σχέδιον Ατσεσον πάλι είναι μια καλά θαμμένη περίπτωση χαμένης ευκαιρίας. Η Ελλάδα είχε μια μοναδική ευκαιρία το 1964 να ενωθεί με την Κύπρο, με αντάλλαγμα την παραχώρηση κυριαρχίας στην Τουρκία στη χερσόνησο της Καρπασίας και την προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητος. Το σχέδιο τορπιλίσθηκε από τη Λευκωσία και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Αν κάποιος κοιτάξει πίσω θα το δει σαν μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Το περιώνυμο πολιτικό κόστος επέβαλε όμως άλλες αποφάσεις και εν συνεχεία επικράτησε ο μύθος ενός ηρωικού «Οχι», έστω και αν ήταν ένα «Οχι» που εκείνη τη στιγμή απέκρουσε ένα σχέδιο που εξυπηρετούσε τα ελλαδικά εθνικά συμφέροντα.

Φτάνουμε στο 1974. Πολλά έχουν γραφεί και ακουστεί για αυτή την περίοδο. Είναι πλέον σαφές πως ο Χένρι Κίσινγκερ αποφάσισε να προχωρήσει σε μια ντε φάκτο λύση του Κυπριακού, στέλνοντας τα κατάλληλα μηνύματα μέσω των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στην Αθήνα και την Αγκυρα. Υπάρχει, όμως, μια πτυχή που δεν έχει ακόμη φωτισθεί επαρκώς και έχει να κάνει με την τεράστια προσπάθεια που κατέβαλαν οι Αμερικανοί για να μην προχωρήσει ο τότε δικτάτορας Ιωαννίδης σε πόλεμο κατά της Τουρκίας. Αυτή η πτυχή και η δράση των αμερικανικών υπηρεσιών για αυτόν τον σκοπό έχουν περάσει απαρατήρητες. Ο Κίσινγκερ έβλεπε ότι το Κυπριακό «λυνόταν» στην πράξη, αλλά βασική του μέριμνα ήταν να αποτρέψει μια ελληνοτουρκική σύγκρουση που θα τίναζε το ΝΑΤΟ στον αέρα.

Υποθέτω πως οι σκέψεις αυτές θα προκαλέσουν προβλέψιμες αντιδράσεις από όσους θέλουν να ακούν την Ιστορία όπως τους αρέσει...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ