Νίκος Βατόπουλος ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Το αγαθό της «ατμόσφαιρας»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σπίτι στην οδό Λαμψάκου. Μια πρόσφατη κατεδάφιση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μία πόλη είναι ατμόσφαιρα. Τι είναι ατμόσφαιρα; Αυτό που κανείς δεν μπορεί να περιγράψει σε μια ορθολογική πρόταση, αλλά που όλοι, ή σχεδόν, μπορούν να κατανοήσουν όταν αυτή τους τυλίξει. Πολλές φορές έχω περπατήσει σε δρόμους της Αθήνας, που έχουν σπίτια απλά, πολυκατοικίες της σειράς, ένα-δύο δέντρα να προβάλλουν παράταιρα, δύο μισοφωτισμένα παράθυρα και φωνές οικογενειακής ζωής πίσω από αθέατες κάμαρες, και έχω νιώσει στους πόρους την ατμόσφαιρα της πόλης να με διαπερνά. Είναι οι συνειρμοί από τη λογοτεχνία και το σινεμά που ξυπνούν και σχηματίζουν νέες ενώσεις μαζί με τα βλαστάρια της δικής μας μνήμης. Είναι το βίωμα στην πόλη. Βαθύ, μοναδικό, απαραίτητο.

Σκέφτηκα ότι η κατεδάφιση ενός τριώροφου στην οδό Λαμψάκου, κοντά στη Βασιλίσσης Σοφίας στο ύψος του Μεγάρου, δεν θα γεννούσε τόση λύπη σε κάποιους αθηναιολάτρες, αν δεν ήταν σαφές ότι δεν προβάλλει πλέον τίποτε από νομικής, οικονομικής, γραφειοκρατικής ή ηθικής άποψης που να μπορεί να συγκρατήσει την «αραίωση» αυτής ακριβώς της ατμόσφαιρας της Αθήνας. Μου θύμισε την πρόσφατη, επίσης, κατεδάφιση ενός άλλου μεσοπολεμικού κτιρίου, στη Μαυρομιχάλη και Ναυαρίνου, μία ρήξη με την παλιά μορφή της πόλης που επίσης σχολιάστηκε με θλίψη. Με τον ίδιο τρόπο μου ήρθαν στον νου, σαν καρτ ποστάλ, οι όψεις εκείνων των ανώνυμων σπιτιών της Αθήνας που ξηλώθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη, που ενταφιάστηκαν σε έναν κοινό λάκκο από ασβέστη και θάφτηκαν σε ένα κενό αμνησίας. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι πόλεις αλλάζουν. H ατμόσφαιρα αραιώνει.

Τι θα έκανες εσύ αν είχες ένα παλιό σπίτι, με χίλια δυο προβλήματα, με χαλασμένα υδραυλικά, με κακή θέρμανση, με αυλή που κοιτάει κρεβατοκάμαρες πολυκατοικιών, με φόρους και αδυναμία ενοικίασης... Τι θα έλεγες λοιπόν εσύ σε μία ομάδα ρομαντικών αστών που δεν διακινδυνεύουν τίποτε όταν εκφράζουν δημοσίως την αντίθεσή τους στην κατεδάφιση της δικής σου περιουσίας; Είναι το δίλημμα που αιωρείται πάνω από την Αθήνα, πάνω από κάθε ελληνική πόλη, εδώ και 60 χρόνια, και καμία απάντηση δεν έχει δοθεί. Νόμιμες οι κατεδαφίσεις, εφόσον το κράτος δεν έχει να προσφέρει κάτι άλλο, εφόσον κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε κάτι βιώσιμο και ανταλλακτικό στη δέσμευση των περιουσιών υπέρ της ιστορικής μνήμης και της ατμόσφαιρας των πόλεων. Κανείς δεν ζήτησε να διατηρήσει το σύνολο του παρελθόντος, δεν έχει νόημα, δεν είναι φυσικό. Αλλά κανείς επίσης δεν θέλησε να ανταλλάξει μια εξελικτική διαδρομή διαβίωσης και έκφρασης με μια ενιαία πλατφόρμα γραφειοκρατικής πρακτικής.

Σκέφτεται κανείς πως αν η Αθήνα είχε αναγάγει την «ατμόσφαιρα» που πυκνώνει τον αέρα από την αύρα των σπιτιών, σε δικό της πολιτιστικό αγαθό, δεν θα είχαμε την αίσθηση πνιγμού και εγκλεισμού που νιώθουν τόσοι κάτοικοι αυτής της πόλης. Η αφυδάτωση της πόλης δεν οφείλεται οικιστικά και αρχιτεκτονικά μόνο στην κατεδάφιση ιστορικών κτιρίων αλλά στην απορρύθμιση της κλίμακας στις γειτονιές. Εκεί κρίνονται οι πόλεις, εκεί μένει το απόσταγμα της βιωμένης ζωής και εκεί θυσιάζονται οι μνήμες της παιδικής ηλικίας.

Δεν είναι απλό, δεν είναι εύκολο. Αλλά είναι βασικό. Πιο πολύ, όμως, μοιάζει να είναι ανυπόφορα αυτονόητο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ