ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Γιώργος Ζαμπέτας, μάγκας και αισθηματίας

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Γιώργος Ζαμπέτας, πάντα ευδιάθετος, με τον Σταύρο Ξαρχάκο το 1974 και δεξιά με τη Μελίνα Μερκούρη σε ένα ταξίδι στην Αυστρία στο Concert House, 1960.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον γνωρίζουμε μέσα από τα τραγούδια του. Αυτές τις γενναιόδωρες αξεπέραστες μελωδίες του, τη δεξιοτεχνία του στο μπουζούκι, το χιούμορ, την αθυροστομία του, το θέαμα που έστηνε πάντα ο Γιώργος Ζαμπέτας, ακόμη και όταν έδινε συνεντεύξεις.

Αυτός ο «λαϊκός σόουμαν» όπως τον έχει περιγράψει εύστοχα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, με επικοινωνιακό χάρισμα και πάνω απ’ όλα ταλέντο, χάραξε δικό του ύφος στο τραγούδι, με ευφάνταστες εισαγωγές ακόμη και σε τραγούδια άλλων, εκφραστικές ερμηνείες, ενώ υπήρξε υποστηρικτής πολλών στα πρώτα τους βήματα (Δημήτρης Μητροπάνος, Τόλης Βοσκόπουλος, Βίκυ Μοσχολιού). Θρήσκος, «ήθελε πάντα αναμμένο καντήλι στο εικονοστάσι», αλλά και προληπτικός, «φοβόταν τις μαύρες γάτες». Eνας μάγκας, δίκαιος με τους άλλους αλλά αδικημένος ο ίδιος.

Υπήρξε και αδύναμος, δοτικός, ταλαιπωρημένος, αισθηματίας. Δούλευε όπως έλεγε «για τη δόξα», δεν τον ενδιέφεραν τα λεφτά, αν κι έκανε το κουμάντο του –κυρίως η Αργυρώ (Ρούλα), η σύζυγός του–ενώ όσοι τον γνώριζαν έχουν να λένε για την ανοιχτοσύνη και την καλή του καρδιά. Χείμαρρος τρυφερότητας, όπως τον περιγράφει η κόρη του Κατερίνα Ζαμπέτα στην έκδοση «Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω…» (εκδόσεις Αγκυρα).

Μια βιογραφία που δεν είναι αγιογραφία. Μάλλον ένα ψυχογράφημα. «Η μητέρα μάς έδινε ξύλο, ο πατέρας στοργή», αιφνιδιάζεται ο αναγνώστης. Η μόνη που απέμεινε από τα τρία αδέλφια μοιάζει να ξορκίζει την αυστηρότητα των παιδικών χρόνων, κυρίως να κατανοεί και να συγχωρεί, σαν τελειώνουν οι 515 σελίδες του βιβλίου, τη μητέρα της. Και μέσα από τα βιώματα και τις ηχογραφήσεις του ίδιου, να καταγράφει τις αγωνίες του πατέρα - καλλιτέχνη, που κάποια βράδια σαν γύριζε από τη δουλειά του έλεγε τις πίκρες του στον… βάτραχο της αυλής.

Το «Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω» της Κατερίνας Ζαμπέτα (το υλικό οργάνωσε και επεξεργάστηκε ο Γιώργος Τσάμπρας), μαζί με τη βιογραφία της Ιωάννας Κλειάσιου «Γιώργος Ζαμπέτας - Βίος και Πολιτεία» (εκδ. Ντέφι) που προηγήθηκε, ολοκληρώνουν το πορτρέτο του ταλαντούχου δημιουργού.

Στο μπαρμπέρικο του πατέρα του πρωτάκουσε δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, εκεί αγάπησε τον ήχο του. Οταν απολύθηκε από την αεροπορία, «επαγγελματίστηκα» αστευόταν. Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο γνωστός Τσάντας, του έδωσε στίχους και τον προέτρεψε να γράψει μουσική σε μια εποχή που οι εταιρείες ήθελαν τους Μητσάκη Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου. «Τον Μάρκο τον έχουνε πεταμένο με τις κλωτσιές. Και τον Στράτο. Γιατί αυτούς του ανθρώπους τους είχανε φάει το ζουμί κι είχανε μείνει τα κόκαλα».

Λάτρευε τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, «ο θεός των θεών», χαρακτήριζε «θρύλο» τον Καζαντζίδη, «μεγάλη καρδιά» τον Χιώτη, «φίνο» τον Μητσάκη και θυμόταν πάντα τη συμβουλή που του έδωσε το 1952 να μην πίνει με τους θαμώνες. «Αποχτούνε δικαιώματα και θα σε ξεφτιλίσουνε στο σανίδι». Εκτοτε το αμάρτημά του ήταν «ο καφές και κανένα τσιγαράκι στη χάση και στη φέξη».

Για τον Τσιτσάνη έλεγε πως ήταν «πολύ παρωπιδοφόρος». «Δεν ήθελε κανέναν. Μόνο με τις γυναίκες δεν είχε πρόβλημα, γιατί εκεί δεν υπήρχε ανταγωνισμός», αλλά παραδεχόταν ότι «ήτανε μεγάλος! Κολόνα μεγάλη, καρυάτιδα».

Τραγουδιστής ο Γιώργος Ζαμπέτας έγινε με προτροπή του Μίνου Μάτσα. «Αυτός μ’ έβγαλε στη γραμμοφωνία». Και η διορατικότητα της Αργυρώς. Ηταν αυταρχική, ζηλιάρα σύζυγος, αλλά τον γλίτωσε «από κακοτοπιές και λανθασμένες κινήσεις».

Για τον Χατζιδάκι

«Αυτοκράτορα της μουσικής» θεωρούσε τον Χατζιδάκι. Μια φορά στο στούντιο ο κορυφαίος συνθέτης τον ζήτησε να παίξει ένα ταξίμι. «Πλακώνομαι» –εξομολογείται ο ίδιος– «στο παίξιμο. Μη, μου φωνάζει, Γιώργο, μέχρι το λα θα πας. Α, του απαντάω, δεν κατάλαβα, με συγχωρείς. Επρεπε να μου πεις να πάω μέχρι πλατεία Κολιάτσου, όχι παραπέρα». Το έπαιξε όπως του ζήτησε και αμέσως μετά: «Γιώργο, τώρα παίξε κάτι άλλο και πήγαινε μέχρι Αγάμων». «Ωραίος ο Μανόλης, την καταλάβαινε τη φάρα μας. Και δεν πέρασε δίσκος ή τραγούδι που να μη βάλει τ’ όνομά μου. Σολίστ Γιώργος Ζαμπέτας». Είχε όμως παράπονο και ακόμη μεγαλύτερο η… μάνατζερ Αργυρώ από τον Μίκη Θεοδωράκη. «Θεοδωράκης για σένα τέλος», του είπε σαν είδε ότι στη «Γειτονιά των αγγέλων» δεν αναφερόταν το όνομα του συζύγου της. Ανάλογη ήταν η αντίδραση και με τον Σταύρο Ξαρχάκο. «Ο πατέρας εκτιμούσε τον “κοντό”, όπως τον αποκαλούσε σπίτι». Οταν όμως στη συναυλία στο «Κεντρικόν» το 1965 δεν αναφέρθηκε το όνομά του στο πρόγραμμα, η Αργυρώ Ζαμπέτα διεμήνυσε: «Κουράστηκα να σε βλέπω να παίζεις για τους άλλους».

Ο Ζαμπέτας έγραψε πολλά και διαφορετικά τραγούδια. Τα «Δειλινά» και το «Πάει, πάει» σε στίχους του Τούντα τα κέρδισε με την εργατικότητά της στην αρχή της καριέρας της η Μοσχολιού. Αντίθετα, τα έχασε η Πόλυ Πάνου που εκείνη την ημέρα προτίμησε τα μπάνια στη θάλασσα. Οπως τον υπέροχο «Αλήτη» η Μπέμπα Μπλανς. Ατέλειωτες οι κόντρες τους. Βελούδινη φωνή αλλά «της έλειπε η σύνεση».

Αφορμή για να γράψει τον «Αράπη» στάθηκε μία φωτογραφία του Γιώργου Νεοφώτη, του γαμπρού της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, στην Αφρική. Κάποιοι τον ειρωνεύτηκαν. Λίγοι ήξεραν ότι εκτός από το αστείο, το τραγούδι έκρυβε και ένα αίσθημα εγκατάλειψης. Η εποχή ήθελε τούρκικα, αράπικα, ινδικά και ο Ζαμπέτας ένιωθε «εκτός».

Ενα τηλέφωνο μονάχα

Η δεκαετία του ’80 έφερε νέα ήθη. Οι καταξιωμένοι τραγουδιστές δεν ήθελαν συνεργασίες μαζί του, εκείνος κλείστηκε, το αναπνευστικό πρόβλημα χειροτέρεψε. Σε κηδείες φίλων δεν ήθελε να πηγαίνει. «Καθόταν σπίτι και συνόδευε με το μπουζούκι του τους πεθαμένους», περιγράφει η Κατερίνα Ζαμπέτα.

Πίστευε ότι τον θεωρούσαν δεύτερο και τρίτο, «σκυλά». Ηταν άνθρωπος περήφανος, εγκάρδιος, χωρίς ζήλια. «Ενα τηλέφωνο μονάχα θέλω», έλεγε με παράπονο. «Ν’ ακούσω από το σύρμα μια παλιά, αγαπημένη φωνή. Τίποτ’ άλλο…».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ