ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Αφοσιωμένος «βοτανολόγος» του άγνωστου Λυκαβηττού

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο κ. Αντώνης Ζώης σε μια εξερεύνηση στον αγαπημένο του Λυκαβηττό, περιστοιχισμένος από άνθη ασφάκας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Αντέχεις να πάμε από εδώ;» Ο Αντώνης Ζώης, γεννηθείς στο Φοινίκι Θεσπρωτίας το 1930, ανησυχεί για τον γράφοντα, κατά αρκετές δεκαετίες νεότερό του, τον οποίο ξεναγεί στις πλαγιές του Λυκαβηττού. Εχουμε βγει από το βατό μονοπάτι και έχουμε αρχίσει να ανηφορίζουμε προς ένα σημείο που ο κ. Ζώης αποκαλεί «κοιλάδα της χαρουπιάς». «Λένε ότι είναι έργο Πικιώνη», πληροφορεί την «Κ» όταν φτάνουμε σε ένα μαγευτικό μικρό ξέφωτο περιστοιχισμένο από χαρουπιές και αριές (αειθαλείς βελανιδιές), με τριών ειδών παπαρούνες να ματώνουν το τοπίο (ο ξεναγός μας ενθουσιάζεται όταν τις εντοπίζει και εξηγεί τις διαφορές μεταξύ τους) και την ευωδία του χαμομηλιού να διαπερνά τον ανοιξιάτικο αέρα.

Πρώην καθηγητής Αρχαιολογίας στα Πανεπιστήμια των Αθηνών και των Ιωαννίνων, γνώστης τεσσάρων ξένων γλωσσών, μονομανής λάτρης του Λυκαβηττού, στην καταγραφή της χλωρίδας του οποίου έχει αφιερώσει τα τελευταία 16 χρόνια της ζωής του, αλλά και ποιητής που εκδίδει ο ίδιος τα έργα του, ο Α. Ζώης είναι μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Κάτοικος Σκιστής Πέτρας –της περιοχής του Κολωνακίου μεταξύ της Σχολής του Κ. Δοξιάδη (στην εταιρεία του οποίου εργάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70) και του Γαλλικού Ινστιτούτου– ζει στην περιοχή από το 1937. Πήγε δημοτικό στο 14ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (προπολεμικά ήταν το 4ο), δημιούργημα Πικιώνη, και έκτοτε έχει λείψει μόνο για δύο περιόδους: το 1941-44, επί Κατοχής, όταν φυγαδεύθηκε στο χωριό του στην Ηπειρο, και μεταξύ 1959-64, όταν σπούδαζε με υποτροφία και εκπονούσε τη διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο του Tübingen στη Γερμανία.

Το διαμέρισμά του στην οδό Σταθά είναι γεμάτο αρχεία από τις ανασκαφές που διηύθυνε κατά τη δεκαετία του 1970 και του ’80 στη Βασιλική Ιεράπετρας και στις Βρύσες Κυδωνίας (Χανιά) της Κρήτης, αλλά και τις ποιητικές του συλλογές και τις αρχαιολογικές του δημοσιεύσεις. Εξίσου πολύτιμο, όμως, είναι το ψηφιακό αρχείο της φύσης του Λυκαβηττού που έχει συγκεντρώσει – 13.000 φωτογραφίες από τα 550 είδη χλωρίδας που ισχυρίζεται ότι έχει εντοπίσει στον λόφο από τον Ιανουάριο του 1998, όταν ξεκίνησε τη συστηματική τους καταγραφή. Από αυτά, όπως λέει, «τα 30 δεν τα έχω βρει πουθενά στη βιβλιογραφία. Ισως κάποια να μην υπάρχουν».

Υπάρχουν και ορχιδέες

Στον περίπατό μας –καθημερινή ρουτίνα για τον κ. Ζώη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα– γίνεται φανερή η εις βάθος εξοικείωσή του με κάθε σπιθαμή του λόφου. Υπό τον όρο της μη δημοσίευσης της ακριβούς τοποθεσίας, οδηγεί την «Κ» σε «ένα από τα δύο μοναδικά σημεία» όπου υπάρχουν ορχιδέες στον Λυκαβηττό. Τα θεσπέσια λουλούδια είναι καμουφλαρισμένα σε μία πολύχρωμη πανσπερμία ανθών, που θα ήταν δύσκολο να τα διακρίνει κανείς. Ο κ. Ζώης δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν έγινε πατέρας. Σε πολλά από τα φυτά του Λυκαβηττού έχει δώσει δικά του ονόματα και μιλάει γι’ αυτά σαν να είναι παιδιά του.

Στον δρόμο συναντάμε εργαζομένους του Δήμου, τους οποίους κατσαδιάζει ήπια επειδή κουρεύουν τη βλάστηση που εισβάλλει στα μονοπάτια. Ο κ. Ζώης, που μοιάζει να γνωρίζει για κάθε είδος πότε εμφανίζεται και πώς εξαπλώνεται στον λόφο, λέει ότι ο δήμος δεν έχει φροντίσει να περιορίσει ορισμένα επιθετικά είδη, όπως η ξυνήθρα και ο θάμνος medicago arborea, που αποτρέπουν την ανάπτυξη άλλων ειδών και πλήττουν τη βιοποικιλότητα του άλσους. Αργότερα στη βόλτα, δείχνει προς ένα σημείο όπου υπάρχουν τα τελευταία δείγματα θυμαριού στον Λυκαβηττό: «Παλαιά υπήρχε μέρος, ο “κήπος του θυμαριού” το αποκαλούσα, γεμάτος θυμάρι. Αλλά το κούρεψαν όλο».

Κάθε φυτό αποτελεί το έναυσμα μιας ιστορίας – λαογραφικού, γαστρονομικού ή φαρμακευτικού ενδιαφέροντος. Το μικρόβιο της διδασκαλίας δεν τον έχει εγκαταλείψει. Οι ερωτήσεις προς την «Κ» –«Ποιο χόρτο είπαμε ότι είναι αυτό; Τι είναι αυτή η κίτρινη σκόνη εδώ;»– είναι διαρκείς, προς επιβεβαίωση ότι ο φοιτητής παρακολουθεί τη διάλεξη.

«Κάθε ένα-ενάμιση χρόνο λέω ότι θα σταματήσω, ότι έχω ολοκληρώσει το έργο. Και μετά κάτι καινούργιο προκύπτει και συνεχίζω», λέει ο κ. Ζώης. Η ομορφιά της φύσης, η χαρά της εξερεύνησής της, δεν έχουν τέλος. Ακόμη και σε ένα μικρό πνεύμονα πρασίνου πολιορκημένο από πολυκατοικίες, στο κέντρο της πολύβουης Αθήνας.

Μαθαίνει διαρκώς καινούργια φυτά

Ψηλά στον λόφο βλέπουμε μία κυρία που, εξοπλισμένη με τον φωτογραφικό φακό του έξυπνου κινητού της, απαθανατίζει κι αυτή τα λουλούδια του Λυκαβηττού. «Γεια σας, τι κάνετε;» τον χαιρετάει. «Oλα καλά πάνε», απαντάει ο Αντώνης Ζώης. Της δείχνει διάφορα εντυπωσιακά δείγματα κρυμμένα μες στην πρασινάδα, αλλά παρακολουθεί συνάμα να δει μην τυχόν κόψει κάτι που δεν πρέπει. Ως μόνιμη παρουσία στο άλσος, είναι γνωστός σε πολλούς τακτικούς επισκέπτες του, με τους οποίους ανταλλάσσει ιστορίες και μέσω των οποίων μαθαίνει συνεχώς νέα στοιχεία για τη χλωρίδα του λόφου.

Μιλάει στην «Κ», για παράδειγμα, για την «κυρία κρι-κρι» («την έχω ονομάσει έτσι γιατί, παρά την ηλικία της, ανεβοκατεβαίνει την πλαγιά σαν αγριοκάτσικο»), η οποία μαζεύει χόρτα και η οποία του έδωσε το έναυσμα να εμβαθύνει τις γνώσεις του για ορισμένα είδη των λεγόμενων «κενταύριων» χορταρικών. «Με βλέπει μια μέρα έπειτα από καιρό, με φωνάζει από μακριά και μου λέει ότι θα μου δώσει σταμναγκάθι που μάζεψε», αφηγείται ο κ. Ζώης. «Εγώ ήξερα ότι δεν υπάρχει σταμναγκάθι στον Λυκαβηττό, αλλά μέχρι να βρω τι είδος χόρτου ήταν αυτό που μου έδωσε, πέρασαν δύο χρόνια και γέμισα άλλους τρεις δίσκους, με 500 φωτογραφίες τον καθένα».

Προς το τέλος της βόλτας, εντόπισε ένα φυτό το οποίο δεν είχε φωτογραφίσει στο συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης και μου ζήτησε να το τραβήξω με τη δική μου κάμερα. Τελικά, όπως μου είπε, ανέβηκε ξανά την ίδια μέρα, να το φωτογραφίσει ο ίδιος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ