Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ξένος, για πάντα ξένος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Οταν τελειώνει η ταινία του Αθανάσιου Καρανικόλα «Στο σπίτι», αναρωτιέται κανείς αν πρόκειται για σαρκασμό ή για τη μελαγχολική αναζήτηση του οικείου από έναν ξένο, σε ξένο τόπο, που δεν υπάρχει. Μπορεί να είναι και τα δύο· να εναλλάσσεται η ειρωνεία με τη θλίψη ή, ακόμα, ο τίτλος ίσως να δηλώνει ότι η ιστορία που αφηγείται ο σκηνοθέτης συμβαίνει σε οποιοδήποτε σπίτι. Μια Γεωργιανή οικιακή βοηθός σε μια μεσοαστική (και άνω) οικογένεια επί 12 χρόνια. Εχει μεγαλώσει τη μοναχοκόρη του ζευγαριού, η οποία τη θεωρεί δεύτερη μητέρα της. Η βίλα λιτή, μίνιμαλ, με αρχιτεκτονική υπογραφή, εκτός Αθηνών, κρεμασμένη σε ένα βράχο, με θέα που κόβει την ανάσα. Η Νάντια είναι γύρω στα 40 - 45, δείχνει μεγαλύτερη. Δεν είναι η κούραση, ή καταπόνηση, η οικογένεια εξάλλου τής συμπεριφέρεται σαν να είναι μέλος της, αλλά η σπάνια ασθένεια που μακροπρόθεσμα θα επηρεάσει την κίνησή της. Το «σαν να είναι μέλος της» αποδεικνύεται ακριβές. Γιατί η Νάντια (η ηθοποιός Μαρία Καλλιμάνη είναι εξαιρετική στον ρόλο) παραμένει ξένη. Οι ανοιχτές αγκάλες και η εξόχως «δημοκρατική» συμπεριφορά του αντρόγυνου είναι περισσότερο ένα αισθητικό συμπλήρωμα του τρόπου ζωής τους παρά μια πραγματική ανάγκη.

Μόλις πληροφορούνται τη διάγνωση του γιατρού, η ασθένεια της Νάντιας λες και διαχέεται σε ολόκληρη την ταινία. Γεμίζει από τον φόβο τής από στιγμή σε στιγμή κατάρρευσης, από το σφίξιμο που γεννούν οι φορτισμένες σιωπές· η αμηχανία την οποία προκαλεί η συγκαλυμμένη ενοχή. Το ζευγάρι αποφασίζει να διώξει τη Νάντια, προικίζοντάς τη με ένα καλό ποσό χρημάτων, γιατί «πώς θα συνεχίσουν να ζουν με μια άρρωστη ανάμεσά τους».

Η σχέση δηλώνεται σε πλάνα αυστηρά, γεωμετρικά και «γωνιώδη». Εχουν αιχμές οι γωνίες λήψης του Αθανάσιου Καρανικόλα, παράλληλα με εσωτερικότητα και σωματικότητα. Σαν να απομακρύνεται η κάμερα από το σημείο ανάφλεξης, για να το παρατηρήσει και να το καταγράψει με ακρίβεια. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο 45χρονος Αθ. Καρανικόλας ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Είχαμε παρακολουθήσει σχεδόν όλες τις ταινίες του, μικρού και μεγάλου μήκους (το «Σπίτι» είναι η τρίτη μεγάλου μήκους) όταν το Ινστιτούτο Γκαίτε είχε οργανώσει αφιέρωμα στο έργο του πριν από έξι χρόνια. Τότε, σε συνέντευξή του στην «Κ» (25/03/08), είχε πει σχετικά με την πολυπολιτισμικότητα και τη συνύπαρξη: «Ζούμε, με εξαιρέσεις κάποιες άμεσα προσωπικές μας σχέσεις, όλοι μαζί και χωριστά. Κατοικούμε ουσιαστικά παράλληλους κόσμους, που κάποια στιγμή παραδόξως τέμνονται. Για χάρη οικονομικού οφέλους, για την αγορά, δίνουμε βέβαια μια ψευδή εικόνα συνύπαρξης. Δυστυχώς, όμως, ο ρατσισμός και ο σεξισμός δείχνουν να είναι ακόμη βαθιά ριζωμένοι στην καθημερινή μας έκφραση. Η ανοχή της διαφορετικότητας, που θεωρούμε τόσο σημαντική, δεν μπορεί παρά να είναι μόνο η αρχή. Το τέλος όμως, ο σκοπός μας, πρέπει να είναι η αληθινή συνύπαρξη, η συγκίνηση και η συγχώρηση».

Τη Νάντια και τη θέση της στην κοινωνία πρέπει να κυοφορούσε ο Αθ. Καρανικόλας χρόνια τώρα. Γνωρίζοντας ότι ο ξένος παραμένει ξένος. Δεν είναι η Ελλάδα της κρίσης. Η ταινία του δεν προβάλλει μία όψη της ελληνικής πραγματικότητας μόνο. Ο,τι αποτυπώνει έχει ευρωπαϊκές καταβολές. Είναι μια δήθεν αφομοίωση, ο κακοχωνεμένος ρόλος του ευγενούς μεσοαστού, που προσπαθεί να εφαρμόσει τις αρχές της ισότητας αλλά στραμπουληγμένες και παραμορφωμένες από τον ατομικισμό, τον κυνισμό, τη συνεπαγόμενη σκληρότητα.

Η Νάντια είναι η αντανάκλαση του εαυτού που προσπαθούμε να απωθήσουμε. Μια φιγούρα στο εύθραυστο τζάμι που έχει θέα στη θάλασσα. Τόσο όμορφη, που ξεγελάει ότι μπορεί να ανήκει σε όλους. Ομως η «αληθινή συνύπαρξη» δεν είναι παρά ένα ακόμη ζωτικό ψεύδος.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ