ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Είμαστε λαός ανήλικος, με εφηβικά σύνδρομα

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Δεν καταλάβαινα ποτέ τον ορισμό του αριστερού ως ηθικό προσδιορισμό. Οπως δεν αντιλαμβάνομαι την αριστερή τρομοκρατία. Ενα γιαούρτωμα από κάποιον είναι της ίδιας τάξεως με ένα γιαούρτωμα από κάποιον άλλον», δηλώνει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι ουρές έξω από το θέατρο «Αθηνών», όπου παίζεται για δεύτερη χρονιά ο «Πουπουλένιος» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, επιβεβαιώνουν ότι ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης κέρδισε το στοίχημα. Μια εξαιρετική παράσταση με τέσσερις διαλεχτούς πρωταγωνιστές σε ένα εμπορικό θέατρο στο οποίο κάνουν ουρές από νεαρά ζευγάρια έως καλοβαλμένες ηλικιωμένες κυρίες.

Το θέατρο είναι γεμάτο και ο ηθοποιός και σκηνοθέτης της παράστασης καταφθάνει τρεχάτος από το κοντινό «Αλίκη» όπου κάνει πρόβα για το έργο του Θόρντον Ουάιλντερ «Ντόλι, η προξενήτρα», μια γλυκιά κωμωδία καταστάσεων που διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Εδώ οι ήρωες είναι αθώοι, καλοκάγαθοι, όπως η καταφερτζού προξενήτρα της ιστορίας, η Ντόλι.

«Ο Ουάιλντερ καταφέρνει, μέσα σε ένα ανάλαφρο πλαίσιο που ονομάζει φάρσα, να φτιάξει ήρωες ανθρώπινους που αγαπάς πολύ. Εμένα με ενδιαφέρει το θέατρο όταν μπορεί να με διαπεράσει ως θεατή», λέει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Αντίθετα με τον «Πουπουλένιο», που ήταν δικό του όνειρο, η «Ντόλι» τού ανατέθηκε για σκηνοθεσία. «Αυτό το έργο έχει μια αξία όχι μόνο ως προς την κωμική του πλευρά, αλλά και ως προς την τρυφερότητα που αναδίδει μέσα από τους ήρωες και τις σχέσεις τους».

Μια φάρσα που σε παρασύρει στο γέλιο, όπως άλλωστε παρασύρεσαι και στο έργο του ΜακΝτόνα όταν δεν συγκινείσαι και δεν αιφνιδιάζεσαι από τις απανωτές ανατροπές. «Το έργο παίζει με τον θεατή εισάγοντάς του συνεχώς θέματα που τον απασχολούν. Αλλοι λένε ότι είναι ένα έργο πολιτικό, άλλοι αντιμνημονιακό, άλλοι ότι καταπιάνεται με την κακοποίηση παιδιών. Ο καθένας το ερμηνεύει όπως θέλει», λέει ο Κ. Μαρκουλάκης και χαίρεται για τα διαφορετικά που ακούει κάθε βράδυ. Και όλα αυτά σε μια εποχή που θέλει συγκεκριμένα τα πράγματα, άσπρα ή μαύρα: «Είναι η εποχή που ο καθένας μπορεί να εκφραστεί, ειδικά μέσω του Διαδικτύου.

Εχω σταματήσει να γράφω και να εκφράζομαι δημοσίως -κάτι που μου άρεσε πολύ- λόγω της αίσθησης ενός ανεξέλεγκτου χαοτικού κόσμου. Παρακολουθώ τι γίνεται αλλά κρατάω μια απόσταση. Δεν μας λείπει η ελευθερία της έκφρασης, αλλά η συνείδηση μιας κοινωνίας ανθρώπων με κανόνες συμπεριφοράς. Σε ό,τι αφορά τον κόσμο του Διαδικτύου, ακολουθώ τη σοφή παροιμία ότι αν αποφασίσεις να παλέψεις με ένα γουρούνι μέσα στη λάσπη, μην ξεχνάς ότι του γουρουνιού τού αρέσει».

Ο ορισμός του "αριστερού"

Πήγατε σε ένα καλό σχολείο, μεγαλώσατε σε μια άνετη οικογένεια κι όταν βγήκατε στο θέατρο σάς αντιμετώπισαν με γενναιοδωρία. Οταν φλερτάρατε με την πολιτική, ήταν όλοι το ίδιο θετικοί μαζί σας;

– Μέση αστική ήταν η οικογένειά μου, τίποτα παραπάνω. Επίσης δεν μπήκα στον χώρο της πολιτικής για να μεταπηδήσω σε άλλη καριέρα. Αν κάποιος ήθελε να εξαργυρώσει τη φήμη του, δεν θα πήγαινε με ανθρώπους που εκπροσωπούσαν το 0,5% ή το 1%. Αισθάνθηκα σχεδόν εφηβικό ενθουσιασμό να συνταχθώ με ανθρώπους με των οποίων τις απόψεις συμφωνούσα όπως ο Μάνος, ο Μπουτάρης, ο Γουσέτης κ.ά. Ηταν πολύ περίεργο το 2009 και σχεδόν παραμένει περίεργο το να διατυπώνει κανείς -ειδικά αν είναι καλλιτέχνης- θέσεις που δεν μοιάζουν αριστερές. Δεν καταλάβαινα ποτέ τον ορισμό του αριστερού ως ηθικό προσδιορισμό. Οπως δεν αντιλαμβάνομαι την αριστερή τρομοκρατία. Ενα γιαούρτωμα από κάποιον είναι της ίδιας τάξεως με ένα γιαούρτωμα από κάποιον άλλον.

Παρότι μεγαλώσατε σε ένα σπίτι με κεντροαριστερά ερεθίσματα.

– Εχω κι εγώ την ανάγκη να λέω ότι η μαμά μου ήταν στο ΚΚΕ Εσωτερικού και με πήγαινε στις συγκεντρώσεις του Κύρκου που μετατρέπονταν σε συναυλίες όταν έπαιζε τη φυσαρμόνικά του. Αντιλαμβάνομαι τι σήμαινε αστική οικογένεια με κεντροαριστερή καταβολή και μια τάση προς την Ευρώπη ταυτόχρονα. Αλλά δεν θα έπρεπε να νιώθουμε την ανάγκη να επικαλεστούμε αυτή την καταγωγή όταν π.χ. επισημαίνουμε ότι τα πανεπιστήμια χρειάζονται ιδιωτική εταιρεία φύλαξης αντί να παρουσιάζουν αυτό το χάλι. Δεν θα έπρεπε, ιδίως οι καλλιτέχνες, να νιώθουμε την ανάγκη να απολογηθούμε μη και δεν μας πουν αριστερούς.

Δεν έχει αποδειχθεί ότι ο αριστερός είναι σώνει και καλά ηθικότερος των άλλων. Ούτε καν οπωσδήποτε προοδευτικότερος. Δεν καταλαβαίνω π.χ. γιατί είναι προοδευτικό να μουντζουρώνεις και να καταστρέφεις το Πολυτεχνείο, ενώ είναι συντηρητικό να πεις «όχι, παιδιά, αυτό είναι δημόσια υπηρεσία, δεν σας ανήκει». Επίσης γιατί είναι προοδευτικό να ρωτούνται οι φοιτητές για θέματα διοίκησης του πανεπιστημίου; Νομίζω ότι είμαστε ευγενής αλλά ανήλικος λαός με εφηβικά σύνδρομα.

Η γενιά σας συμμετείχε άνετα στο παιχνίδι με την τηλεόραση και το λάιφ-στάιλ που τώρα κατηγορούμε σαν να μη μας άρεσε.

– Απλώς δεν αρνιόμουν συνεντεύξεις. Να ξέρετε πάντως ότι δεν έχω κάνει ποτέ τίποτα με ενοχή. Νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό της γενιάς μου. Μια ενοχή που όταν την έχασαν οι προηγούμενοι, τρελάθηκαν με τα φράγκα, τα πούρα, τα σκάφη, τις λολίτες.

Πηγαίνοντας από την τραγωδία στο μιούζικαλ, στον Σαίξπηρ, τον Πουπουλένιο, τον Φιλοκτήτη, σκοντάψατε πουθενά;

– Ισως να σκόνταψα στο τελικό αποτέλεσμα. Από το 2004 που συνεργάστηκα με τον Μιχάλη Κακογιάννη στο Εθνικό ώς το 2007, σταμάτησα για ένα διάστημα. Εφυγα στην Αμερική, έμεινα στο Λος Αντζελες, έκανα μια μεγάλη βόλτα στον κόσμο, έπειτα γεννήθηκε ο γιος μου. Επιστρέφοντας, γύρισα σε αυτό που νόμιζα πως μου είχε περάσει. Εξηγείται. Τα πρώτα χρόνια σαν ένας άπληστος εξερευνητής βλέπεις τον κόσμο κατά πλάτος και θες να τα δοκιμάσεις όλα. Στη δεύτερη προσπάθεια αρχίζεις να πηγαίνεις τα πράγματα σε βάθος.

Θέμα ταμπού

– Και τότε ήρθε η κατάθλιψη για την οποία μιλάτε άνετα.

– Δεν την αναφέρω από μόδα. Η οικογένεια της μαμάς του γιου μου είναι ψυχίατροι. Από την άλλη, επειδή από μικρός ήθελα να γίνω νευρολόγος, ενδιαφερόμουν και ενημερωνόμουν για οτιδήποτε έχει να κάνει με τη λειτουργία του εγκεφάλου και πώς αποτυπώνεται στις πράξεις μας. Γνωρίζω πόσο ταμπού θεωρείται το ψυχικό πρόβλημα στη χώρα μας και θέλω να βοηθήσω. Αν έχεις κατάθλιψη, πρέπει να χειριστείς το πρόβλημά σου όπως όταν έχεις διαβήτη. Μιλάω γι’ αυτήν όχι για να διαφημίσω ότι κι εγώ έχω τα περίεργά μου, αλλά επειδή με τρελαίνει όταν ακούω ότι ένα 17χρονο παιδί πήδηξε από το μπαλκόνι.

Είναι ένα από το θέματα που έφερε στην επιφάνεια η οικονομική κρίση μαζί με την αύξηση των αυτοκτονιών.

– Δεν είμαι πολύ σίγουρος για το τελευταίο. Διαβάζοντας κάποιες ευρωπαϊκές στατιστικές, αυτό το 3.000 αυτοκτονίες λόγω του Μνημονίου δεν νομίζω ότι είναι αληθινό. Ακούμε συχνά τόσα εκατομμύρια στην Ελλάδα είναι στο όριο της φτώχειας, αλλά κανείς δεν ρωτάει ποιο είναι αυτό. Εχω φίλους που δεν δουλεύουν τακτικά στο θέατρο, έχουν σπίτι, αυτοκίνητο, κινητό, κι όμως καταγράφονται σ’ αυτούς που είναι στο όριο της φτώχειας. Το να χρησιμοποιείς με ευκολία τον όρο «φτωχός» είναι προσβλητικό για όσους Ελληνες βρίσκονται πραγματικά σε δεινή θέση. Το ίδιο προσβλητικό είναι το να λες ότι «ζούμε μια χούντα» για εκείνους που έζησαν εκείνη την ανελεύθερη εποχή.

– Στον χώρο του πολιτισμού διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα. Σχήματα που εργάζονται με αυταπάρνηση και από την άλλη νέες επιχειρήσεις. Αυτή η καινούργια κατάσταση επηρεάζει και τις καλλιτεχνικές επιλογές;

– Από τότε που εμφανίστηκε το «Αμόρε» στο τοπίο της Αθήνας της δεκαετία του ’90, διαμόρφωσε ένα νέο πλαίσιο. Μέσα απ’ αυτό άρχισαν να πολλαπλασιάζονται οι σκηνές, καθιερώθηκε το ρεπερτόριο. Ιδιωτικές επιχειρήσεις ήταν όλα. Σήμερα υπάρχει μια πολυδιάσπαση δυνάμεων, αλλά μπαίνουν στην αγορά και ενδιαφέροντες φορείς. Οταν ακούω 5.000 ηθοποιοί είναι άνεργοι, ταυτοχρόνως σκέφτομαι πως, όταν κάποιος αποφασίζει να γίνει ηθοποιός, γνωρίζει ότι μπορεί να μείνει άνεργος δύο φορές τον χρόνο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ