ΠΟΛΗ

Η Αθήνα που ζει σιωπηλά

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η στοά που ενώνει την Σταδίου με την Σανταρόζα, στην Αθήνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Για να βγω στην Πανεπιστημίου, ανηφορίζοντας πεζός τη Σταδίου από Ομόνοια, έστριψα αριστερά, την τελευταία στιγμή, χωρίς να το έχω σχεδιάσει, στη στοά που βγάζει στην οδό Σανταρόζα. Είναι το 48 της Σταδίου, ένα κτίριο γραφείων της δεκαετίας του 1950 που συνδέεται και εκβάλλει στην πλατεία Δικαιοσύνης, λίγο πιο κάτω από το «Ρεξ». Καθώς έμπαινα στη στοά με σκοπό απλώς να τη διασχίσω, παρέμεινα μερικά λεπτά, καθώς η απόκοσμη ερημιά με τα κλειστά καταστήματα και τις δύο εσωτερικές εισόδους των συνδεόμενων μεγάρων της Σταδίου και της Σανταρόζα, σαν σιωπηλές σπηλιές, με ρουφούσε στα έγκατά της. Ενα χλωμό, συνθετικό δεντράκι των Χριστουγέννων, ταπεινά φωτισμένο, αντανακλούσε σε έναν καθρέφτη, αλλά δεν φαινόταν κανείς που θα μπορούσε να το χαρεί.

Ημουν μόνος, στην καρδιά της Αθήνας. Ηταν απόγευμα, με ανοιχτά τα καταστήματα, εκείνη την ώρα που ανάβουν τα φώτα στους δρόμους, καθώς η νύχτα αχνοφαίνεται στο βάθος. Μια ώρα που βάφει την πόλη μουντά, αλλά εκεί, στη «δική μου» στοά, δεν υπήρχε ουρανός ούτε αυτοκίνητα. Ηταν ένα κομμάτι της πόλης, αποσπασμένο, ταριχευμένο, ακίνητο και σιωπηλό. Ενα τοπίο από ταινία του Κιούμπρικ. Τα περισσότερα μαγαζιά ήταν κλειστά, με διχτυωτά ρολά, κίτρινες κόλλες ενοικιαστηρίων διάσπαρτες, και αυτές κυρτωμένες από τον χρόνο, μια παρκαρισμένη μηχανή και σειρά κλιματιστικά που κάποτε δρόσιζαν τα μικρά καταστήματα που τώρα τα έβλεπα σαν σβησμένες λυχνίες.

Αλλά αυτό το αθηναΐκό «κήτος» είχε προφανώς ζωή στους ορόφους ή έστω υπήρχαν κάποια γραφεία σε λειτουργία, γιατί στην αδιατάρακτη σιωπή, είδα το πράσινο φως του ανελκυστήρα να ανάβει και σαν να άκουσα ένα θρόισμα. Στα πρώτα τους χρόνια, αυτά τα κτίρια είχαν σφρίγος και στέγαζαν τη νέα αθηναϊκή ζωή, από τους δικηγόρους και τους εμπορικούς αντιπρόσωπους ώς τα ηλεκτρικά είδη, τα ταξιδιωτικά γραφεία, τα κουρεία και τα φωτογραφεία. Υπήρχε ακόμη ένα από αυτά στη στοά. Ή τουλάχιστον είδα τη βιτρίνα γεμάτη φωτογραφίες. Ανάμεσά τους και ο Καραμανλής με την Αμαλία. Η παλιά Αθήνα ως σπάραγμα.

Αφυδατωμένη, λιπόσαρκη και ασθμαίνουσα, εκείνη η Αθήνα που έχτισε τα «πολυτελή μέγαρα γραφείων και καταστημάτων» σέρνεται σήμερα να υποδηλώσει ένα ίχνος ύπαρξης και παρουσίας. Οταν βλέπω τις σκιές εκείνης της Αθήνας, των μεταπολεμικών χρόνων, στέκομαι να αφουγκραστώ την ανάσα της πόλης που είναι πλέον σε απόσυρση. Εχει να κάνει το δίχως άλλο με τους βιολογικούς κύκλους (ανθρώπων, κτιρίων, εργασίας, ανάγκης, επιθυμίας και προσδοκίας) αλλά και με την ίδια την πόλη, τα αιμοφόρα αγγεία της, τους βραχίονές της και τα πνευμόνια της.

Χτισμένη πριν από 50-60 χρόνια, αυτή η στοά είναι σήμερα μία από τις πολλές κεντρικές στοές που απλώς παρατείνουν τη ζωή τους, χωρίς συντήρηση, χωρίς ανακαίνιση, χωρίς επένδυση χρήματος και αγάπης. Ζουν όσο αντέχουν. Και υπηρετούν την πόλη, όσο κάποιοι άνθρωποί της θα έχουν στην τσέπη τους κλειδιά που θα αντιστοιχούν στις πόρτες αυτών των στοών. Αν το δει κανείς με απόσταση, θα δει ένα δίκτυο αρχιτεκτονημένο σαν μάθημα ανατομίας ή σαν ένα χάρτη που ανοίγει σαν το δέντρο της ζωής, με κλώνους, καρπούς και ρίζες. Είναι εντυπωσιακό πόσα σιωπηλά κτίρια επιζούν δίπλα μας.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη